Πραγματικότητα και όχι εικόνα του απώτερου μέλλοντος αναμένεται σύντομα να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες πλατείες της Θεσσαλονίκης. Ο λόγος για την Πλατεία Διοικητηρίου, η οποία οδεύει προς ανάπλαση μετά από δεκαετίες εγκατάλειψης και απαξίωσης. Η πολύπαθη πλατεία αναμένεται μετά από 35 χρόνια να αλλάξει μορφή και υπό αυτή την προοπτική, Δήμος, μελετητές και πολίτες αναμένουν ο άξονας του ΥΜΑΘ να καταστεί ένα ιδιαίτερο σημείο αναφοράς για κατοίκους και επισκέπτες της Θεσσαλονίκης.
Σύμφωνα με τη σχετική μελέτη που παρουσιάστηκε πριν από λίγες μέρες σε ειδική ημερίδα του ΤΕΕ Μακεδονίας, η νέα πλατεία Διοικητηρίου αναμένεται να συνδυάζει την σύγχρονη αρχιτεκτονική με την ανάδειξη του πλούσιου αρχαιολογικού της αποθέματος της Θεσσαλονίκης. Οι εικόνες που είχαν την ευκαιρία να θαυμάσουν εκατοντάδες πολίτες, καταδεικνύουν με τον καλύτερο τρόπο ότι παρόν και παρελθόν δύνανται να συνυπάρξουν αρμονικά στο αστικό τοπίο.
Από την εγκατάλειψη... νέο τοπόσημο;
Στη δεκαετία του 1990, η απόπειρα κατασκευής υπόγειου πάρκινγκ οδήγησε στην καταστροφή της πλατείας. Οι εργασίες αποκάλυψαν σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα και τελικά διακόπηκαν, αφήνοντας τον χώρο για χρόνια σε κατάσταση εγκατάλειψης, παρά τη σπουδαία ιστορική του αξία.
Όπως αναφέρει στη «ΜτΚ» ο Πρόδρομος Νικηφορίδης, η σημερινή εξέλιξη συνιστά μία σημαντική διοικητική και τεχνική επιτυχία, καθώς πρόκειται για ένα ζήτημα που εκκρεμεί εδώ και περίπου τρεις δεκαετίες. Όπως λέει, τα τελευταία 15 χρόνια προηγήθηκαν προσπάθειες από προηγούμενες διοικήσεις, χωρίς ωστόσο αποτέλεσμα, οδηγώντας τελικά τον Δεκέμβριο του 2023 σε ένα «ναυάγιο» συνεργασίας μεταξύ Δήμου, Περιφέρειας, υπουργείου Πολιτισμού και της Εγνατία Οδός ΑΕ, που ήταν ο επισπεύδων φορέας.
«Από τον Ιανουάριο του 2024, ξεκίνησε μία νέα συντονισμένη και οργανωμένη προσπάθεια της διοίκησης Αγγελούδη σε συνεργασία με το υπουργείο Πολιτισμού, η οποία οδήγησε τελικά στην έγκριση τόσο της προμελέτης όσο και της οριστικής μελέτης από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, σε δύο διαδοχικές φάσεις. Βρισκόμαστε πλέον πολύ κοντά στη μελέτη εφαρμογής και στα τεύχη δημοπράτησης», σημειώνει ο αντιδήμαρχος, επισημαίνοντας ότι έχει ήδη αποδοθεί το μεγαλύτερο μέρος του χώρου της πλατείας, ο οποίος διατηρεί τον αρχαιολογικό του χαρακτήρα.
Ένα θέατρο με το βλέμμα στα αρχαία
Κεντρικό σημείο της ανάπλασης, σύμφωνα με τη μελέτη την οποία παρουσίασε στο ΤΕΕ η Δρ Βενετία Τσακαλίδου, Διπλωματούχος Αρχιτέκτων Μηχανικός του ΑΠΘ, αποτελεί η οργάνωση της Πλατείας σε τρεις διακριτές ζώνες. Η πρώτη ζώνη περιλαμβάνει το «θέατρο» της δημόσιας ζωής. Στο βόρειο τμήμα, στο ύψος του ΥΜΑΘ, δημιουργείται ένας χώρος που λειτουργεί ως «θέατρο» της καθημερινότητας. Η υψομετρική διαφορά αξιοποιείται για την ανάπτυξη επάλληλων κερκίδων, που γεφυρώνουν το άνω και το κάτω επίπεδο, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα ανεμπόδιστη θέα προς το κτίριο του υπουργείου. Η επιλογή υλικών, όπως τριγωνικά μαρμάρινα στοιχεία και ψυχρά υλικά, στοχεύει στη βελτίωση του μικροκλίματος, ενώ η φύτευση με αειθαλή και φυλλοβόλα δέντρα ενισχύει την περιβαλλοντική ποιότητα.
Η πρωτοτυπία του έργου
Η καρδιά της παρέμβασης βρίσκεται στον αρχαιολογικό χώρο, όπου σχεδιάζεται μία υπερυψωμένη «πασαρέλα» μήκους περίπου 80 μέτρων. Πρόκειται για μία ήπιας κλίσης ράμπα που συνδέει τις οδούς Ολύμπου και Αγίου Δημητρίου, επιτρέποντας την προσβασιμότητα και την περιήγηση. Η κατασκευή περιορίζει τις παρεμβάσεις στο έδαφος και λειτουργεί ως «κοινωνικός πυκνωτής», ενθαρρύνοντας τη συνάντηση και την κίνηση. Παράλληλα, μετατρέπεται σε εκθεσιακή διαδρομή, αποκαλύπτοντας σταδιακά τα αρχαιολογικά στρώματα, ενώ στο μέσο της δημιουργείται ημικυκλικός εξώστης για στάση και θέαση.
Στο νότιο τμήμα διαμορφώνεται ένας πιο οικείος χώρος, μία «πλατεία γειτονιάς», όπου μέρος των αρχαιοτήτων θα καταχωθεί, αλλά σημαντικό τμήμα των λεγόμενων «μαρμαρένιων αλωνιών» θα παραμείνει ορατό. Προβλέπεται υπερυψωμένο πλατό, μαλακά δάπεδα για παιδιά και γραμμικά καθιστικά, ενώ η πρόσβαση διευκολύνεται με ήπια υψομετρική μετάβαση από τα πεζοδρόμια.
Ο σχεδιασμός ενσωματώνει σύγχρονες πρακτικές βιωσιμότητας και καθολικής προσβασιμότητας. Ο φωτισμός θα βασίζεται σε φωτιστικά LED χαμηλής κατανάλωσης, συνδυάζοντας λειτουργικότητα και αισθητική. Παράλληλα, προβλέπεται η ενσωμάτωση στοιχείων για άτομα με αναπηρία, όπως επιγραφές σε γραφή Braille.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόβλεψη επαναχρησιμοποίησης μαρμάρινων στοιχείων από την παλαιότερη μορφή της πλατείας, τα οποία εντοπίστηκαν πρόσφατα στο Πανόραμα. Τα υλικά αυτά θα αξιοποιηθούν ως 136 διακριτικά στοιχεία περιφρούρησης (κολονάκια), λειτουργώντας ως εμπόδια στάθμευσης και εισόδου οχημάτων, ενισχύοντας την προστασία του δημόσιου χώρου.
Η πλούσια ιστορία του χώρου
Η Πλατεία Διοικητηρίου αποτελεί έναν τόπο με πολυεπίπεδη ιστορική σημασία, που αντικατοπτρίζει τη διαχρονική εξέλιξη της Θεσσαλονίκης από την αρχαιότητα έως σήμερα. Η περιοχή υπήρξε ήδη από τα ελληνιστικά χρόνια διοικητικό κέντρο της αρχαίας πόλης, όπως αποδεικνύεται από τα σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα που έχουν έρθει στο φως: Δημόσια κτίρια, στοές και βασικοί οδικοί άξονες. Ιδιαίτερη θέση κατέχει ένα μεγάλο ρωμαϊκό οικοδόμημα, πιθανώς πραιτώριο, το οποίο μάλιστα ανεγέρθηκε πάνω σε παλαιότερα ελληνιστικά κατάλοιπα, αναδεικνύοντας τη διαδοχή και τη συνέχεια της χρήσης του χώρου.
Τα αρχαιολογικά στρώματα εκτείνονται από την ελληνιστική έως και την παλαιοχριστιανική περίοδο, επιβεβαιώνοντας την αδιάλειπτη σημασία της περιοχής μέσα στους αιώνες. Κατά την οθωμανική περίοδο, η διοικητική λειτουργία διατηρήθηκε, καθώς εκεί εγκαταστάθηκε η έδρα της διοίκησης της πόλης, από την οποία προέκυψε και η ονομασία «Διοικητήριο» που παραμένει μέχρι σήμερα.
Μετά τη Μεγάλη Πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης (1917), η περιοχή εντάχθηκε στο νέο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης και η πλατεία σχεδιάστηκε ως μία από τις 11 νέες πλατείες, με ακτινωτή διάταξη δρόμων και κομβικό ρόλο στον αστικό ιστό. Η σημερινή μορφή της διαμορφώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1930, με έντονα μνημειακά χαρακτηριστικά και επιρροές Art Deco. Για δεκαετίες μέχρι και την καταστροφή της στη δεκαετία του 1990, αποτέλεσε ζωντανό σημείο συνάντησης, ιδιαίτερα για τη νεολαία.
Χρονοδιάγραμμα και χρηματοδότηση
Η χρηματοδότηση του έργου θα προέλθει από ευρωπαϊκούς πόρους μέσω της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με τον αντιδήμαρχο Τεχνικών Έργων και Βιώσιμης Κινητικότητας Πρόδρομο Νικηφορίδη να προσδιορίζει το συνολικό κόστος του έργου περίπου στα 8 εκατομμύρια ευρώ, διευκρινίζοντας πως πρόκειται για χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ.
Σε ό,τι αφορά το χρονοδιάγραμμα, ο κ. Νικηφορίδης επισημαίνει ότι εντός των επόμενων ημερών παραδίδεται η οριστική μελέτη και αμέσως μετά ξεκινά η μελέτη εφαρμογής. Παράλληλα υπογραμμίζει πως εφόσον η δημοπράτηση πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο, ο ανάδοχος ενδέχεται να αναδειχθεί ακόμη και εντός του 2026, αν και αυτό θα εξαρτηθεί από το ενδεχόμενο προσφυγών ή ενστάσεων που θα μπορούσαν να προκαλέσουν καθυστερήσεις.
Αναφορικά με τη διαδικασία υλοποίησης του έργου, αυτό που προέχει σύμφωνα με τον αντιδήμαρχο είναι η οριοθέτηση του αρχαιολογικού χώρου, ενώ μέρος των αρχαιοτήτων θα καταχωθεί, σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις. Στη συνέχεια θα ξεκινήσει η κατασκευή της πλατείας, με πρώτο και βασικό βήμα την οριστική διαμόρφωση του προς ανάδειξη αρχαιολογικού πεδίου.
*Δημοσιεύτηκε στη ΜτΚ στις 03.05.2026