Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσέ το στην Google- Newsroom
Σε μία ιδιαίτερα καταγγελτική απόφαση προχώρησε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) σε υπόθεση που αφορούσε αίτημα Αφγανού υπηκόου αναγνωρισμένου ως πρόσφυγα στην Ελλάδα το 2018, ο οποίος υπέβαλε στις 30 Νοεμβρίου 2018 αίτημα οικογενειακής επανένωσης με τη σύζυγο και τα τότε πέντε ανήλικα τέκνα του που βρίσκονταν στο Αφγανιστάν.
Ωστόσο, η αρμόδια Υπηρεσία Ασύλου για την εξέταση του αιτήματος, απείχε πλέον των επτά ετών από την έκδοση απόφασης, εμμένοντας στην απαίτηση προσκόμισης δεόντως πιστοποιημένων δικαιολογητικών, τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει. Το ΕΔΔΑ έκρινε στο πλαίσιο αυτό πως «οι ελληνικές αρχές δεν προέβησαν σε εξατομικευμένη, ισορροπημένη και εύλογη εκτίμηση: δεν αξιολόγησαν άλλα αποδεικτικά στοιχεία, δεν αναζήτησαν εναλλακτικές λύσεις, συμπεριλαμβανομένων λύσεων σχετικών με τα ταξιδιωτικά έγγραφα, δεν συνεκτίμησαν το βέλτιστο συμφέρον των ανήλικων τέκνων ούτε την αντικειμενική αδυναμία του προσφεύγοντος να προσκομίσει τα απαιτούμενα δεόντως πιστοποιημένα έγγραφα, ούτε τα ανυπέρβλητα εμπόδια στη συμβίωση της οικογένειας στο Αφγανιστάν».
Αντιθέτως, καταλογίζει πως υπήρξε αδράνεια από την Υπηρεσία Ασύλου, διαπιστώνοντας ότι «επί πλέον των 7 ετών, η Υπηρεσία Ασύλου δεν είχε εκδώσει απόφαση επί του αιτήματος». Παράλληλα, το προξενικό γραφείο της Ελλάδας στο Ισλαμαμπάντ ουδέποτε πιστοποίησε τα έγγραφα που του υποβλήθηκαν στις 14 Απριλίου 2021, ενώ μετά την επικράτηση των Ταλιμπάν ανέστειλε τον έλεγχο των αφγανικών εγγράφων.
Το Δικαστήριο εξέθεσε τις αρχές που διέπουν την οικογενειακή επανένωση επισημαίνοντας ειδικότερα: ύπαρξη ανυπέρβλητων ή σοβαρών εμποδίων στη συμβίωση της οικογένειας στη χώρα καταγωγής, βέλτιστο συμφέρον των τέκνων, και απαίτηση η διαδικασία λήψης απόφασης να διασφαλίζει ευελιξία, ταχύτητα και αποτελεσματικότητα, με εξατομικευμένη στάθμιση που να επιτυγχάνει δίκαιη ισορροπία.
Υπό το πρίσμα αυτό, το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι «η οικογενειακή ενότητα αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα του πρόσφυγα, ότι το δικαίωμα πρέπει να είναι πρακτικό και αποτελεσματικό και όχι θεωρητικό και απατηλό, και ότι οι πρόσφυγες δεν οφείλουν να «πράττουν το αδύνατον» για να επιτύχουν οικογενειακή επανένωση».
Καταλήγοντας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν προέβη σε καμία εξατομικευμένη, ισορροπημένη και εύλογη εκτίμηση. Συγκεκριμένα:
* δεν αξιολόγησε αν, υπό τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης, η μη προσκόμιση δεόντως πιστοποιημένων δικαιολογητικών ήταν δικαιολογημένη
* δεν έλαβε υπόψη την αντικειμενική αδυναμία του προσφεύγοντος να εξασφαλίσει έγγραφα δεόντως πιστοποιημένα από την ελληνική προξενική αρχή
* δεν εξέτασε εναλλακτικές λύσεις, συμπεριλαμβανομένων λύσεων ως προς τα ταξιδιωτικά έγγραφα, όπως συνιστούν οι κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής και ο Επίτροπος Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
* δεν συνεκτίμησε τα ανυπέρβλητα εμπόδια στη συμβίωση της οικογένειας στο Αφγανιστάν ούτε το βέλτιστο συμφέρον των ανήλικων τέκνων. Η άνω των επτά ετών αδράνεια κρίθηκε υπέρμετρη και μη δικαιολογούμενη από τις προβαλλόμενες εξαιρετικές περιστάσεις.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Ο προσφεύγων, A.D., Αφγανός υπήκοος γεννηθείς το 1972 και διαμένων στην Αθήνα, αναγνωρίστηκε ως πρόσφυγας στην Ελλάδα το 2018. Στις 30 Νοεμβρίου 2018 υπέβαλε στην Υπηρεσία Ασύλου (Περιφερειακό Γραφείο Ασύλου Πειραιά) αίτημα οικογενειακής επανένωσης με τη σύζυγο και τα πέντε ανήλικα τέκνα του, που διέμεναν στο Αφγανιστάν.
Ο πρωτότοκος υιός του A.D. κλήθηκε από το προξενικό γραφείο στο Ισλαμαμπάντ σε τρία διαδοχικά ραντεβού (14 Οκτωβρίου 2019, 17 Αυγούστου 2020, 2 Νοεμβρίου 2020) προς πιστοποίηση των εγγράφων, τα οποία δεν κατέστη δυνατό να τηρήσει. Στις 14 Απριλίου 2021 ο A.D. κατέθεσε τα ζητούμενα έγγραφα προς πιστοποίηση και, στις 5 Μαΐου 2021, τα αντίγραφα ποινικών μητρώων των μελών της οικογένειας.
Η Υπηρεσία Ασύλου διενήργησε δύο συνεντεύξεις (15 Ιουνίου και 5 Ιουλίου 2021), στις οποίες υπενθύμισε στον προσφεύγοντα την υποχρέωσή του να προσκομίσει δεόντως πιστοποιημένα και μεταφρασμένα έγγραφα: ταξιδιωτικά έγγραφα και πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης ή άλλο έγγραφο αποδεικτικό του οικογενειακού δεσμού. Επεσήμανε επίσης ασυμφωνία ως προς τις ημερομηνίες γέννησης δύο υιών και χορήγησε διαδοχικές προθεσμίες.
Στις 5 Ιουλίου 2021 ο προσφεύγων υπέβαλε τροποποιητική-συμπληρωματική αίτηση, με την οποία διόρθωσε και συμπλήρωσε τα στοιχεία των μελών της οικογένειας και επανέλαβε το αίτημα επανένωσης με τη σύζυγο, τον πρωτότοκο υιό του, ο οποίος είχε εν τω μεταξύ ενηλικιωθεί, και τα τέσσερα ανήλικα τέκνα του.
Μεταξύ Ιουλίου 2021 και Νοεμβρίου 2022 ο A.D. απέστειλε στο προξενικό γραφείο 6 μηνύματα για την πιστοποίηση των εγγράφων της 14 Απριλίου 2021, χωρίς να προκύπτει από τον φάκελο ότι έλαβε απάντηση. Στις 30 Ιανουαρίου 2023 ενημερώθηκε ότι τα έγγραφα του 2021 δεν μπορούσαν να πιστοποιηθούν, καθόσον δεν είχαν εκδοθεί εντός του τελευταίου εξαμήνου.
Στις 26 Μαΐου 2023 το προξενικό γραφείο διευκρίνισε ότι, μετά την αλλαγή καθεστώτος, είχε αναστείλει τον έλεγχο των αφγανικών εγγράφων, λόγω διακοπής λειτουργίας του συνεργαζόμενου δικηγορικού γραφείου και της ασαφούς μεταχείρισης εγγράφων εκδοθέντων από μη αναγνωριζόμενη κυβέρνηση/de facto αρχές. Στις 7 Αυγούστου 2023 το γραφείο «έκλεισε» τον φάκελο. Η Υπηρεσία Ασύλου ουδέποτε εξέδωσε απόφαση επί του αιτήματος.
Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσέ το στην Google