Είχα πολλά χρόνια να επισκεφτώ το Παρίσι και διαπίστωσα σχεδόν αμέσως με το που βρέθηκα από το αεροδρόμιο στον αστικό ιστό πως η πόλη άλλαξε σημαντικά την περίοδο που μεσολάβησε από το προηγούμενο -προ πανδημίας- ταξίδι μου.
Το πρώτο που προσέχει κανείς πως έχουν μειωθεί σημαντικά τα επίπεδα θορύβου, ακόμα και σε δρόμους που δεν απέχουν πολύ από τις μεγάλες λεωφόρους. Αυτό οφείλεται εν πολλοίς στο γεγονός πως έχει περιοριστεί η κίνηση των ΙΧ και κυρίως πως κυκλοφορούν πολλά, μα πάρα πολλά ποδήλατα. Δεν είναι τυχαία η συγκεκριμένη εξέλιξη, αλλά αποτέλεσμα ενός στρατηγικού σχεδίου που εφάρμοσε η δήμαρχος, Αν Ινταλγκό που παρέμεινε στο δημαρχιακό θώκο από το 2014 ως το 2026.
Δεν μπορεί παρά να προσέξει κανείς τους ατελείωτους και προπάντων ασφαλείς ποδηλατόδρομους είτε υπερυψωμένους και διαχωρισμένους από την κίνηση των αυτοκινήτων είτε με αναδιάταξη των θέσεων στάθμευσης, ώστε να δημιουργηθεί ένας διάδρομος για τα ποδήλατα ανάμεσα στο πεζοδρόμιο και τα παρκαρισμένα οχήματα.
Η νέα αυτή πραγματικότητα αποτελεί τμήμα της επιλογής να ανακτηθεί ο δημόσιος χώρος από τα αυτοκίνητα. Μία επιλογή που προφανώς προκάλεσε και έντονες αντιδράσεις κατά την υλοποίησή της. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, είναι όχι μόνο ορατό στον αστικό ιστό αλλά και αισθητό στην ποιότητα του αέρα της γαλλικής πρωτεύουσας που βελτιώθηκε αισθητά σύμφωνα με ρεπορτάζ της έγκυρης Le Monde.
Οι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να μετακινηθούν σε μία πόλη που είναι σε μεγάλα της τμήματα επίπεδη είτε εντελώς δωρεάν είτε με πολύ χαμηλό κόστος, την ίδια στιγμή που τα ΜΜΜ είναι αρκετά ακριβά με το μεμονωμένο εισιτήριο για μετρό και τρένα να κοστίζει 2,55 ευρώ. Η ενοικίαση ενός κλασικού μηχανικού ποδηλάτου από την υπηρεσία Veligo της περιφέρειας Ile de France, όμως, ξεκινάει από τα 10 ευρώ μηνιαίως.
Παράλληλα, υπάρχουν παντού πάρκα, προσβάσιμα και σε διάφορες κλίμακες, μία εξαιρετικά πολύτιμη προέκταση του πολύ περιορισμένου και ακριβού ιδιωτικού χώρου που έχει η πλειονότητα των πολιτών στη διάθεσή της.
Η εμπειρία των πάρκων ποικίλλει. Η είσοδος είναι δωρεάν και κανείς μπορεί απλώς να καθίσει και να χαλαρώσει, αξιοποιώντας είτε τα παγκάκια είτε τις χαρακτηριστικές πράσινες καρέκλες που είναι διάσπαρτες σε πολλά σημεία. Από την άλλη, υπάρχουν αρκετές υπηρεσίες επί πληρωμή, για όποιον/α το επιθυμεί.
Για παράδειγμα, σε κάποια πάρκα μπορεί να πληρώσει κανείς εισιτήριο για χρήση καρουζέλ ή τραμπολίνου ή ακόμη και για τη χρήση μίας εξαιρετικά εξοπλισμένης και προσεγμένης παιδικής χαράς (με πολλά δέντρα).
Την ίδια στιγμή που στη Θεσσαλονίκη εξακολουθούμε να αναρωτιόμαστε αν ένα μητροπολιτικό πάρκο στο κέντρο της πόλης θα ήταν μία καλή ιδέα και πώς θα μπορούσαμε να το διαχειριστούμε, εκεί οι απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα δίνονται πιο εύκολα.
Το ίδιο ισχύει και για τα καραβάκια που διασχίζουν κατά δεκάδες όλη μέρα το Σηκουάνα, εξυπηρετώντας τουρίστες και κατοίκους. Οι στάσεις τους έχουν την ελάχιστη δυνατή υποδομή και το ετήσιο πάσο χρήσης τους για τους ενήλικες κοστίζει 73 ευρώ, ενώ για τα παιδιά 48 ευρώ.
Το Παρίσι, παρά τα ζητήματα που αντιμετωπίζει ως μία πολλαπλώς επιβαρυμένη παγκόσμια μητρόπολη, έχει καταφέρει τα τελευταία χρόνια να βελτιώσει πολύ την εμπειρία των πολιτών του στα πιο βασικά κομμάτια της καθημερινότητάς τους.
Τέτοιου είδους παρεμβάσεις που δεν απαιτούν μη ρεαλιστικούς πόρους ακόμη και για ένα πλαίσιο σαν αυτό της Θεσσαλονίκης θα μπορούσαν να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης για την τέχνη του εφικτού στις πόλεις μας.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 14.06.2026