Την Πέμπτη η «Μακεδονία» διοργανώνει μια ακόμη ημερίδα για ένα κρίσιμο θέμα που ενώ μπορεί το άκουσμά του να μοιάζει «ειδικού» ενδιαφέροντος, στην πραγματικότητα αγγίζει τις ζωές όλων μας. Καθώς η ενέργεια «καίει» -και με την κυριολεκτική και με την οικονομική έννοια- τα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις, την καθημερινότητά μας, η συζήτηση για το πώς τιμολογείται και πώς μπορεί να γίνει πιο προσιτή είναι περισσότερο από επίκαιρη.
Ειλικρινά, δεν ξέρω αν θα βγει κάτι που θα μας φέρει άμεσα πιο φθηνό ρεύμα στο σπίτι. Αλλά αυτό που θεωρώ κρίσιμο και που περιμένω με πραγματικό ενδιαφέρον στην ημερίδα, είναι να φωτιστεί μια «άγνωστη» στους πολλούς αντιπαράθεση: αυτή των βιομηχάνων με την κυβέρνηση, και ειδικά με τον υφυπουργό Ενέργειας Νίκο Τσάφο, για το μοντέλο τιμολόγησης του βιομηχανικού ρεύματος.
Ακούγεται… τεχνικό, αλλά αφορά όλους μας. Γιατί, τελικά, όταν η βιομηχανία πληρώνει ακριβό ρεύμα, αυτό μετακυλίεται στις τιμές προϊόντων, στις επενδύσεις, στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και τελικά στην τσέπη του καθενός μας. Οι βιομήχανοι ρίχνουν αρκετά πυρά προς τον Τσάφο, υποστηρίζοντας ότι καθυστέρησε στην εφαρμογή ενός ευρωπαϊκού και κυρίως του ιταλικού μοντέλου για πιο φθηνό βιομηχανικό ρεύμα, και στην ημερίδα αναμένεται μια διασταύρωση «ξιφών» ανάμεσα στον ίδιο τον υφυπουργό και τη Λουκία Σαράντη, πρόεδρο του ΣΕΒ. Αυτό, πιστέψτε με, δεν είναι τυπική συζήτηση, αλλά είναι μάχη για το πώς θα καθορίζεται μια βασική διαδικασία στο ελληνικό επιχειρείν.
Τι είναι όμως αυτό το «ιταλικό μοντέλο»; Για να καταλάβουμε το… προφανές, πρέπει να ξεκινήσουμε από αυτό που ονομάζεται στα διεθνή μέσα “Italian model” ή «Energy Release 2.0». Και δεν είναι κανένα μυστήριο, είναι μια πολιτική που η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε εγκρίνει για την Ιταλία ώστε οι ενεργοβόρες βιομηχανίες να έχουν σταθερή και χαμηλότερη τιμή ηλεκτρικής ενέργειας, πολύ κάτω από τα υψηλά μέσα επίπεδα που πλήρωναν π.χ. το 2024 (σχεδόν €108/MWh).
Η ιδέα πίσω από αυτό το σχήμα δεν είναι απλώς να ρίξει μια «έκπτωση» στην τιμή ρεύματος. Είναι να εγγυηθεί σε μεγάλους ενεργειακούς χρήστες μια προβλεψιμότητα στο κόστος, ώστε να μπορούν να ανταγωνίζονται στη διεθνή αγορά, να διατηρούν θέσεις εργασίας και να επενδύουν, χωρίς να απειλείται η βιωσιμότητά τους από εκτόξευση των λογαριασμών.
Στην πράξη, θα πεις: τι διαφορά έχει; Με το ιταλικό μοντέλο, η χαμηλή τιμή δεν είναι μια απλή επιδότηση, αλλά συνδέεται και με επενδύσεις σε ΑΠΕ ή άλλες υποδομές, ώστε να αποφέρει όφελος και στο ενεργειακό σύστημα της χώρας συνολικά.
Όμως, το ιταλικό μοντέλο σταμάτησε πριν καν… αρχίσει στην Ελλάδα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έθεσε ενστάσεις και οι ελληνικές προσπάθειες να το υιοθετήσει η χώρα μπλόκαραν σε κοινοτικό επίπεδο, αφήνοντας την κυβέρνηση να παλεύει τώρα με την αντιστάθμιση εκπομπών CO₂ και άλλα εργαλεία, μέτρα που, λένε οι επιχειρηματίες, είναι απλώς «ψίχουλα» σε σχέση με αυτό που θα χρειαζόταν για να πλησιάσει η Ελλάδα την ευρωπαϊκή πραγματικότητα.
Σύμφωνα με όσα καταγγέλλουν οι βιομήχανοι οι ελληνικές βιομηχανίες εξακολουθούν να πληρώνουν περίπου 20% υψηλότερη τιμή ρεύματος από τους ευρωπαίους ανταγωνιστές τους, ενώ άλλες χώρες έχουν ήδη ενεργοποιήσει μεγάλα προγράμματα στήριξης.
Την Πέμπτη, λοιπόν, δεν πρέπει να περιμένουμε «εύκολες απαντήσεις». Αλλά αξίζει να ακούσουμε με προσοχή και με κριτικό βλέμμα πώς αυτοί που παίρνουν αποφάσεις σκιαγραφούν μια πολιτική για την ενέργεια που μπορεί να επηρεάσει τις τιμές, τις επενδύσεις, τα εργοστάσια και, τελικά, την καθημερινότητα των πολιτών.
Γιατί στο τέλος της μέρας, ο λογαριασμός δεν είναι μόνο οικονομικός, είναι κοινωνικός και πολιτικός. Και η συζήτηση δεν είναι για λίγους. Είναι για όλους μας.
* Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στη 01.02.2025