Τι λείπει από τον Νέο Κώδικα Αυτοδιοίκησης. Του Μιχάλη Μήττα

Οι Δήμοι εκτός από ένα ενιαία και κατανοητή νομοθεσία, χρειάζονται δύο ακόμα εργαλεία για να λειτουργήσουν

michalis-mittas.jpg

Γράφει ο Μιχάλης Μήττας
Γενικός Γραμματέας Δήμου Θεσσαλονίκης


Με το τελικό σχέδιο του Νέου Κώδικα Αυτοδιοίκησης να παίρνει την άγουσα προς την βουλή, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι και μόνο το έργο της κωδικοποίησης όλης της νομοθεσίας, που σήμερα ανατρέχει ακόμα και σε βασιλικά διατάγματα της δεκαετίας του 1950, σε ένα ενιαίο, λειτουργικά, κείμενο αποτελεί σημαντικό, αν όχι μοναδικό, νομοθετικό βήμα.

Κάτι λείπει όμως. Οι Δήμοι εκτός από ένα ενιαία και κατανοητή νομοθεσία, χρειάζονται δύο ακόμα εργαλεία για να λειτουργήσουν: Ανθρώπους και χρήματα. Γι’ αυτό και στον νέο Κώδικα, πρώτα απ’ όλα αυτά θα περίμενε κανείς να δει.

Για να αντιληφθεί κανείς το πρόβλημα, θα χρησιμοποιήσω το παράδειγμα του Δήμου Θεσσαλονίκης.

Σήμερα απασχολούμε λίγο περισσότερους από 3.800 εργαζόμενους. Αυτοί είναι υπεύθυνοι καθημερινά για την άσκηση περισσότερων από 270 ειδικών αρμοδιοτήτων που έχουν αποδοθεί από τη νομοθεσία, από το να σκουπιστεί και να πλυθεί όλη τη πόλη, μέχρι το να ελεγχθεί η ορθή εκτέλεση δεκάδων δημοσίων συμβάσεων, αλλά και για μια σειρά υποχρεώσεων λογοδοσίας στα πλαίσια δεκάδων διαδικασιών, οικονομικής, διοικητικής και νομικής εποπτείας από φορείς της κεντρικής κυβέρνησης, που απαιτούν εκατοντάδες εργατοώρες γραφειοκρατικής διαχείρισης σε ετήσια βάση.

Ταυτόχρονα, παρά τις ήδη εκατοντάδες κενές οργανικές θέσεις, ο ρυθμός μείωσης του προσωπικού κυρίως λόγω συνταξιοδοτήσεων ή, πιο παλιά, κινητικότητας σε άλλους φορείς του δημοσίου, είναι περίπου 150 σε ετήσια βάση. Παράλληλα δε, ο μέσος όρος ηλικίας διαρκώς αυξάνεται.

Σήμερα, κάτω των 40 ετών είναι μόλις 50 υπάλληλοι αορίστου χρόνου, ενώ άνω των 55 είναι περισσότεροι από 1.700, εκ των οποίων οι 330 έχουν ήδη θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Χρόνο με το χρόνο, και όσο η φυσική πορεία των πραγμάτων μειώνει και γηράσκει των διοικητικό μηχανισμό, η καθημερινότητα γίνεται βαρύτερη για τους υπόλοιπους, η διοικητική εμπειρία ετών χάνεται, αφού δεν υπάρχουν νεότεροι να συνεχίσουν, οι παροχές προς τους δημότες, κινδυνεύουν να μειωθούν.

Για την αντιμετώπιση των αναγκών, διεκδικούμε και, το 2025 για πρώτη φορά, πετύχαμε, την έγκριση πρόσληψης 36 υπαλλήλων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και 158 υποχρεωτικής. Σχεδόν τις μισές απ’ όσες ζητήσαμε, παρά την οικονομική και οργανωτική τεκμηρίωση.

Ωστόσο, με τις συνήθεις διαδικασίες της κεντρικής διοίκησης, η πραγματική τους πρόσληψη αργεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν λίγες ημέρες, ορκίστηκαν 4 νέοι μόνιμοι υπάλληλοι, επιτυχόντες διαγωνισμού του ΑΣΕΠ του... 2022.

Όλοι οι δήμοι σήμερα στηρίζονται σε ακροβασίες: προγράμματα προσωρινής απασχόλησης της ΔΥΠΑ για ανέργους κοντά στη σύνταξη ή με αναπηρία, συμβασιούχοι ΕΣΠΑ, 8μηνα, 2μηνα. Σήμερα, στις συνθήκες αυτές, απασχολούμε περισσότερους από 900 εργαζόμενους.

Με τα δεδομένα αυτά και με αφορμή τον νέο αυτοδιοικητικό κώδικα, θα ανέμενα μία παρέμβαση σε τρία επίπεδα:

Πρώτον, την πρόβλεψη ενός νέου μηχανισμού προσλήψεων, με διαδικασίες ΑΣΕΠ, σε τοπικό όμως επίπεδο, ώστε να επιτευχθεί ταχύτητα και καλύτερη αντιστοίχιση στις τοπικές ανάγκες και σχεδιασμούς.

Δεύτερον, την οριστική επίλυση του προβλήματος των συμβασιούχων. Είναι απολύτως κατανοητό ότι οι επί σειρά ετών αλλεπάλληλες μονιμοποιήσεις συμβασιούχων που είχαν εισέλθει στο δημόσιο «προσωρινά» είχε εξελιχθεί σε φάμπρικα ψηφοθηρίας κατά πλήρη καταστρατήγηση του α. 103 του Συντάγματος.

Φάμπρικα όμως έχει στηθεί και σήμερα. Αυτή τη φορά γύρω από τη δικαστική διεκδίκηση μονιμοποιήσεων, αλλά και την διάθεση των αντίστοιχων Δήμων να ηττηθούν προκειμένου να παρακάμψουν τις απαγορευτικές διατάξεις και να διατηρήσουν το απολύτως αναγκαίο προσωπικό. Με δεδομένη την πραγματική σύμπτωση της ανάγκης εργαζόμενου και εργοδότη στις περιπτώσεις αυτές, η πλέον δίκαιη και πρακτική λύση είναι η ενιαία και οριζόντια νομοθετική αντιμετώπιση του ζητήματος.

Τρίτον, την έναρξη ενός έκτακτου προγράμματος στελέχωσης των ΟΤΑ, με διαφανείς αλλά, κυρίως, ταχύτατες διαδικασίες, για την κάλυψη των εκατοντάδων κενών που υφίστανται σήμερα. Κατά το παρελθόν, επ’ αφορμής αναθεώρησης του κώδικα αυτοδιοίκησης, όπως αυτή που ετοιμάζεται, είχαν υιοθετηθεί αντίστοιχες λύσεις (πχ ν. 2738/1999).

Εν απουσία αυτών, οι διατάξεις που φαίνεται ότι θα ψηφισθούν, κινδυνεύουν να παραμείνουν απλώς ευχές, όπως άλλωστε έχει παραμείνει επί δεκαετίες και η, κατοχυρωμένη στο α. 102 του Συντάγματος, αυτοτέλεια των ΟΤΑ.


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 21.06.2026

ESPA