Γράφει ο Αντώνης Κωτίδης
Ομ. Καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ
Η πρόσφατη απώλεια της Άννας Καφέτση, ιδρυτικής διευθύντριας του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) στέρησε την Ελλάδα από τη σημαντικότερη επιστήμονα της σύγχρονης τέχνης.
Γνώρισα την Άννα στο Παρίσι στις αρχές της δεκαετίας του 1980, την εποχή που εκπονούσε τη διδακτορική διατριβή της στο πανεπιστήμιο της Σορβόνης. Ήταν ήδη απόφοιτη του EΚΠΑ έχοντας σπουδάσει Φιλοσοφία. Είχε ένα φωτεινό πρόσωπο με γελαστό βλέμμα και μία σωματική αισιοδοξία σύμμετρη με κάθε τι που έλεγε, και όχι μόνο όταν την προκαλούσαμε γυρίζοντας την κουβέντα στη σύγχρονη τέχνη.
Η Άννα σε ανέβαζε με το χιούμορ και με την έξοχη κρίση της για ό,τι είχε σχέση όχι μόνο με την τέχνη, αλλά, κυρίως, με ό,τι σου μάθαινε η τέχνη. Πίστευε ότι το κυριότερο που σου μάθαινε ήταν όχι απλώς να βλέπεις, αλλά προπάντων να κοιτάζεις. Και, παρόλο που δεν στράφηκε στη διδασκαλία, το εφάρμοσε αυτό στη δουλειά της, θα έλεγα, ακόμα πιο αποτελεσματικά από όσο αν είχε ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα.
Στην Εθνική Πινακοθήκη
Οι σπουδές της στην ιστορία της τέχνης και στην αισθητική οδήγησαν τα επαγγελματικά βήματά της σε ένα μουσείο της Αθήνας που είχε σχέση με τη νεότερη και σύγχρονη τέχνη: Την Εθνική Πινακοθήκη, όπου εργάστηκε από το 1983 ως το 1999 ως επιμελήτρια του τμήματος συλλογών του 20ού αιώνα.
Εκεί η δουλειά, ο ερευνητικός της μόχθος και η ιδιοφυώς αποτελεσματική της ευρηματικότητα στην αντιμετώπιση ακόμα και των πιο περίπλοκων πρακτικών ζητημάτων, την έκαναν αμέσως απαραίτητη. Ιστορικές σε κλίμακα και συγκλονιστικές σε ερευνητικό υπόβαθρο παραμένουν οι εκθέσεις που δημιούργησε.
Ανάμεσά τους οι Μεταμορφώσεις του Μοντέρνου: Η ελληνική εμπειρία (1992) ή η Ρωσική Πρωτοπορία (1995), αλλά και απαραίτητες μονογραφικές όπως η μνημειώδης Σχέδια Παρθένη στην Εθνική Πινακοθήκη (1989) με τους θησαυρούς της δωρεάς της κόρης του Παρθένη Σοφίας.
Στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης
Η διαρκής επαφή της με μορφές, ρεύματα και δημιουργούς της σύγχρονης τέχνης γιγάντωσαν το όραμά της για τη δημιουργία ενός ιδρύματος που θα διέθετε χώρους, υποδομές και υπηρεσίες μουσείου για να συγκεκριμενοποιήσει, να αναπτύξει και να στεγάζει το ρευστό, μεταβαλλόμενο, πολυπρισματικό, τεχνολογικά αλλά και αισθητικά, στις περισσότερες περιπτώσεις εφήμερο, ρεπερτόριο των εκφράσεων της σύγχρονης τέχνης.
Ακούραστα εργάστηκε να πείσει προς την κατεύθυνση της ίδρυσης ενός Μουσείου (ελλείψει αρμοδιότερου όρου) Σύγχρονης Τέχνης στην Αθήνα από τα χρόνια ακόμα της δουλειάς της στην Εθνική Πινακοθήκη. Ο αγώνας της πέτυχε το στόχο του: Ανάμεσα στα θεμελιώδη σε σημασία επιτεύγματά της, κορυφαίο στέκει και θα παραμείνει το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης που οφείλει την ίδρυσή και την υπόστασή του στο πείσμα και την ακατάβλητη επιμονή της. Ως η πρώτη του διευθύντρια το υπηρέτησε με υπεράνθρωπη αφοσίωση από το 2000 ως το 2014.
Όταν η Καφέτση ξεκίνησε τον αγώνα της για την ίδρυσή του EMΣΤ, οι περισσότεροι «ειδικοί» και «ειδικευόμενοι» του χώρου στην πατρίδα μας, «με το ένδοξο παρελθόν της αρχαίας παράδοσης» υπό μάλης, αντιμετώπιζαν τη σύγχρονη τέχνη ως «κουρελαρία» ανάξια οποιασδήποτε στέγης.
Σήμερα η σύγχρονη τέχνη θεωρείται πλέον και στην Ελλάδα πεδίο καλλιτεχνικής έκφρασης με ερευνητική σημασία. Το κοινό έχει με τον καιρό εξοικειωθεί με τις μορφές και το περιεχόμενό της σε μεγάλο βαθμό, πολύ περισσότερο, τουλάχιστον, από όσο πριν υπάρξει το ΕΜΣΤ. Αυτό το οφείλουμε ασφαλώς στην υψηλού επιπέδου δουλειά των καλλιτεχνών αλλά και στην στήριξη που τους δαψίλευσαν πρωτοπόροι (για τον τόπο) θεωρητικοί όπως η Άννα Καφέτση.
Η Άννα έδωσε πολλά και σημαντικά: Πρώτα από όλα με τη δημόσια συλλογή που συγκρότησε εκ του μηδενός στο ΕΜΣΤ, (αριθμεί πάνω από χίλια έργα), αλλά και με τη δυνατότητα που έδωσε στους καλλιτέχνες, έλληνες και ξένους, να επικοινωνήσουν το έργο τους στο κοινό, ελληνικό και διεθνές.
Η εκδίωξη της Άννας
Δυστυχώς το 2014 τελεσφόρησαν πιέσεις προς το υπουργείο Πολιτισμού κάποιων ατόμων, σχετικών ή και άσχετων με το αντικείμενο του ΕΜΣΤ, με αποτέλεσμα να εκδιωχθεί η φυσική του τιμονιέρισσα από το μουσείο.
Σε άλλα μέρη του κόσμου, όπου ενδιαφέρονται να έχουν ανταγωνιστικά μουσεία και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, φιλοδοξούν να διαθέτουν επιστήμονες του κύρους της Καφέτση -τους διεκδικούν και τους εμπιστεύονται. Aξιοποιούν στο έπακρο ανθρώπους με όραμα, στη δική της περίπτωση, ενός Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, που να είναι άξιο του ονόματος του σε διεθνές επίπεδo.
Αντιθέτως σε εμάς, με ελάχιστες εξαιρέσεις -η διοίκηση έχει συνηθίσει να τοποθετεί διεκπεραιωτές στον κρατικό μηχανισμό για να μπορεί να κάνει ό,τι θέλει χωρίς ενόχληση. Στα μουσεία, όμως, και στους πολιτιστικούς οργανισμούς, που, εκ των πραγμάτων, υπερβαίνουν τα τοπικά στεγανά και συμμετέχουν στον διεθνή χώρο, οφείλει να θωρακίζει την εθνική επιστημονική φυσιογνωμία: Να τοποθετεί ανθρώπους που γνωρίζουν σε βάθος το αντικείμενο και έχουν πάθος με αυτό.
Είναι δώρο αμύθητο και γι’ αυτόν τον λόγο, άλλωστε, οχληρό, ακατανόητο, ανυπόφορο για τους παντός επιπέδου γραφειοκράτες και διεκπεραιωτές. Η πράξη του υπουργείου να την καθαιρέσει πάση θυσία ήταν άδικη απέναντί της και, κυρίως, άστοχη για τον θεσμό.
Στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
Από το 2016 και εφεξής η Καφέτση ανέλαβε τη διεύθυνση των εικαστικών εκδηλώσεων του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (στο AnnexM κέντρο εικαστικών τεχνών στο ΜΜΑ), θέση από την οποία κατόρθωσε να δημιουργήσει εξαιρετικά σημαντικό έργο με εκθέσεις και δράσεις που είχαν μεγάλη απήχηση εντός και εκτός Ελλάδος. Αξέχαστες και πολυσήμαντες ανάμεσά τους εκείνες που συγκεντρώνουν ταυτότητες από άλλους πολιτισμούς, θρησκείες, κοσμοείδωλα.
Μεγάλα εγχειρήματα που δείχνουν ότι η σύγχρονη τέχνη έχει ανεπιστρεπτί συμπεριλάβει τον ίδιο τον θεατή, και όχι μόνον τον αντιληπτικό του μηχανισμό στη θεματική, στο περιεχόμενο, στη δράση της. Μερικοί τίτλοι εκείνων των εκθέσεων-δράσεων, ανάμεσα σε άλλες, Οι Διαπολιτισμοί στην Αθήνα, Οι Διεμπειρίες στην Αθήνα και στο Πεκίνο, Ο Μεγάλος Περίπατος στην Αθήνα.
Η Καφέτση, Άννα όχι των Χιλίων (όπως η Anne Boleyn) αλλά των χιλιάδων ημερών, που, πριν από λίγες μέρες, έφυγε τόσο αδόκητα από τη ζωή, υπήρξε αναντικατάστατη ταγός του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 21.06.2026