Σε συνολική κάθειρξη οκτώ ετών και εννέα μηνών καταδικάστηκε, όπως και πρωτοδίκως, ο μητροκτόνος της Χαλκηδόνας που πυροβόλησε εξ επαφής στο κεφάλι την μητέρα του σε περιοχή του Κορινού Πιερίας και έπειτα μετέφερε το πτώμα της κοντά στα κοιμητήρια της Χαλκηδόνας, όπου εντοπίστηκε μέσα σε ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο το πρωί της 4ης Απριλίου 2023.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης τον έκρινε ένοχο για ανθρωποκτονία με δόλο, αναγνωρίζοντας του μειωμένο καταλογισμό κατά την τέλεση της πράξης, καθώς και για παράνομη οπλοκατοχή, οπλοφορία και οπλοχρησία. Επιπλέον, του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του πρότερου εντίμου βίου, όπως και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, το έγκλημα διαπράχθηκε στις 3 Απριλίου του 2023. Συγκεκριμένα, ο 37χρονος σκότωσε την 71χρονη μητέρα του πυροβολώντας την με καραμπίνα στο πρόσωπο από κοντινή απόσταση μέσα σε αυτοκίνητο που είχε νοικιάσει στον Κορινό Πιερίας. Ύστερα, οδήγησε πάνω από 60 χιλιόμετρα έχοντας μέσα στο ΙΧ το άψυχο κορμί της μητέρας του, για να το μεταφέρει στη Χαλκηδόνα όπου ζούσαν μαζί, και να το εγκαταλείψει μαζί με το όχημα λίγο έξω από τα κοιμητήρια του χωριού. Μάλιστα, είχε αφήσει και σημείωμα, στο οποίο ομολογούσε την πράξη του. Αναζητούνταν για 20 μέρες, ώσπου εντοπίστηκε σε τυχαίο αστυνομικό έλεγχο.
Στην απολογία του ενώπιον του δικαστηρίου ομολόγησε πως σκότωσε την μητέρα του, για να την «γλιτώσει» από τα ψυχολογικά προβλήματα και τους σωματικούς πόνους που είχε. Ισχυρίστηκε, πως από μικρό παιδί ένιωθε παραμελημένος και πως μεγάλωσε μόνος σε ένα άρρωστο περιβάλλον.
Όσον αφορά την απόφαση που πήρε να σκοτώσει τη μητέρα του με τέτοιο τρόπο, ανέφερε πως η ίδια το τελευταίο διάστημα τον εκλιπαρούσε διαρκώς να το κάνει. Ωστόσο, δεν έδωσε σαφή περιγραφή στο δικαστήριο σχετικά με το πως έγινε το έγκλημα.
«Ήταν στον δικό της κόσμο. Δεν ήθελε να πεθάνει μέσα σε ψυχιατρείο. Την είχαμε στο σπίτι. Έλεγε πως δεν αντέχει άλλο και ότι ήθελε να πάει στον πατέρα μου. Μου είπε “σκότωσε με”. Το τελευταίο διάστημα μου το έλεγε συνέχεια. Με εκλιπαρούσε. Δεν πίστευα ότι θα το έκανα αυτό. Ακόμα δεν το πιστεύω. Έβαλα τέλος στα βάσανά της. Ήμουν πολύ συναισθηματικά φορτισμένος. Την έβλεπα να υποφέρει από σωματικούς πόνους και να χάνει την επαφή της με το περιβάλλον. Ξεπέρασα κατά πολύ τον εαυτό μου και τα όρια. Όταν σήκωσα το όπλο δεν είχα αντίληψη. Την λύτρωσα. Την αγαπούσα. Δεν μπορούσα να ανοίξω τα φτερά μου. Έπρεπε να τη φροντίζω διαρκώς. Μετά ήθελα να αυτοκτονήσω αλλά δεν είχα την ψυχή να το κάνω», ανέφερε χαρακτηρίστηκα.
Στην αγόρευση του, ο εισαγγελέας της έδρας υποστήριξε πως «πρόκειται για μια ανθρωποκτονία σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και κατά τη λήψη απόφασης και κατά την τέλεση της πράξης».
Ο 37χρονος, μετά την ετυμηγορία και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, επιστρέφει στις φυλακές, για να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής του.