Της Ιωάννας Μπούτζα, φοιτήτριας Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Πανεπιστημίου Μακεδονίας και μέλος του Δικτύου Προοδευτικών Αριστερών Φοιτητών/-τριων
Το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο αποτέλεσε για δεκαετίες έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες κοινωνικής κινητικότητας και δημοκρατικής έκφρασης. Ήταν ο χώρος μέσα από τον οποίο χιλιάδες νέοι και νέες είχαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν ακαδημαϊκή μόρφωση, να διευρύνουν τους ορίζοντές τους και να αλλάξουν τη ζωή τους, ανεξαρτήτως κοινωνικής και οικονομικής προέλευσης. Το πανεπιστήμιο δεν ήταν απλώς ένας χώρος εκπαίδευσης, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός, στενά συνδεδεμένος με την κοινωνία, τις ανάγκες και τις διεκδικήσεις της.
Τα τελευταία έξι χρόνια, όμως, αυτή η πραγματικότητα έχει ανατραπεί. Από την πρώτη στιγμή διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, η δημόσια παιδεία και ιδιαίτερα η τριτοβάθμια εκπαίδευση βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας πολιτικής συστηματικής υποβάθμισης, αυταρχικοποίησης και εμπορευματοποίησης. Η κυβέρνηση επέλεξε να αντιμετωπίσει τα πανεπιστήμια όχι ως χώρους γνώσης, ελευθερίας και κοινωνικής ζύμωσης, αλλά ως πεδία επιβολής, ελέγχου και πειθαρχίας.
Η επίθεση αυτή ξεκίνησε με την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου και την εισβολή αστυνομικών δυνάμεων μέσα στις σχολές. Η παρουσία και εισβολή ΜΑΤ και ΟΠΚΕ στο ΑΠΘ συλλαμβάνοντας φοιτητές και φοιτήτριες ως "γκανγκστερς", η χρήση χημικών μέσα στον χώρο του campus, ακόμα και μέσα στα ίδια τα τμήματα, η πανεπιστημιακή αστυνομία και οι συλλήψεις, αποτέλεσαν βασικά εργαλεία μιας πολιτικής που επιδίωκε να εμπεδώσει τον φόβο και τις χαμηλές προσδοκίες σε μια ολόκληρη γενιά. Στόχος τους δεν ήταν η «ασφάλεια», όπως διαρκώς υποστήριζαν, αλλά η αποστείρωση των πανεπιστημίων από κάθε συλλογική και πολιτική διαδικασία.Στη συνέχεια ακολούθησαν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, μια στρατηγική επιλογή που εξυπηρετεί τη συνολικότερη λογική ιδιωτικοποίησης της εκπαίδευσης. Οι μεγαλειώδεις συνελεύσεις εκείνης της περιόδου, με χαρακτηριστικότερη εκείνη του ΠΑΜΑΚ και των χιλίων φοιτητών αποτέλεσαν δείγμα των προσπαθειων της πανεπιστημιακής κοινότητας να σταθεί φρένο στα σχέδια. Η κυβέρνηση, με τη στήριξη της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ και όσων διαχρονικά υπερασπίζονται την πολιτική της αγοράς μέσα στις σχολές, προσπάθησε να παρουσιάσει το δημόσιο πανεπιστήμιο ως «ξεπερασμένο» και ανεπαρκές. Την ίδια στιγμή, όμως, είναι η ίδια πολιτική που το υποχρηματοδοτεί, αφήνει σχολές χωρίς προσωπικό, χωρίς υποδομές, χωρίς σίτιση και στέγαση για τους φοιτητές και τις φοιτήτριες.
Το αποκορύφωμα αυτής της πολιτικής ήρθε με τις διαγραφές φοιτητών και φοιτητριών. Από τον Σεπτέμβριο του 2025 τέθηκαν σε εφαρμογή οι νόμοι 4777/2021 και 4957/2022, για τη διαγραφή όσων έχουν υπερβεί το ανώτατο όριο φοίτησης. Το υπουργείο ζητούσε την διαγραφή 308.605 φοιτητών και φοιτητριών, με το ΑΠΘ να διαγραφεί τον περασμενο Δεκέμβρη πάνω από 30.000 και το ΠΑΜΑΚ 3.100.
Η κίνηση αυτή αποτελεί ένα βαθιά ταξικό μέτρο, που αγνοεί πλήρως τις συνθήκες σπουδών και διαβίωσης χιλιάδων νέων. Πολλοί φοιτητές αναγκάζονται να εργάζονται παράλληλα με τις σπουδές τους για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στην ακρίβεια, στα υπέρογκα και παράλογα ενοίκια της πόλης και στην καθημερινότητα, να μπορέσουν να βγάλουν τον μήνα. Για την κυβέρνηση, όμως, όλοι αυτοί βαφτίζονται απλώς «αιώνιοι φοιτητές».
Η ρητορική περί «αιώνιων φοιτητών» χρησιμοποιήθηκε συστηματικά για να νομιμοποιήσει κοινωνικά μια βαθιά αντικοινωνική πολιτική. Στην πραγματικότητα, οι διαγραφές έχουν ως στόχο την πειθάρχηση και τον αποκλεισμό. Αποτελούν μέρος μιας συνολικότερης προσπάθειας αναδιάρθρωσης του δημόσιου πανεπιστημίου, με στόχο τη μετατροπή του σε έναν χώρο αυστηρής επιτήρησης, ατομικού ανταγωνισμού και πλήρους αποπολιτικοποίησης.
Αυτή η κατεύθυνση ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο με το νομοσχέδιο Ζαχαράκη, το οποίο εισάγει κάμερες, ελεγχόμενη είσοδο στα campus και πειθαρχικά συμβούλια που μπορούν να φτάσουν μέχρι και στην οριστική διαγραφή φοιτητών. Στην πόλη, ο νόμος Ζαχαράκη έχει ξεκινήσει να υλοποιείται πλήρως, με τον πρύτανη του ΑΠΘ να απαγορεύει την είσοδο των φοιτητών μετά τις 10 το βράδυ, να στέλνει πειθαρχικό φοιτητές. Πίσω από το αφήγημα περί «ανομίας», η κυβέρνηση επιχειρεί ουσιαστικά να ποινικοποιήσει τη συνδικαλιστική και πολιτική δράση μέσα στις σχολές. Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι η αυταρχικοποίηση, η αστυνόμευση και ο φόβος αποτελούν βασικά εργαλεία της κυβερνητικής πολιτικής για τα πανεπιστήμια. Επιχειρούν να διαμορφώσουν ένα πανεπιστήμιο αποστειρωμένο, χωρίς γενικές συνελεύσεις, χωρίς συλλογικές διαδικασίες, χωρίς κοινωνικές και πολιτικές ζυμώσεις. Θέλουν φοιτητές φοβισμένους, απομονωμένους και πειθαρχημένους, που θα λειτουργούν ατομικά και δεν θα αμφισβητούν τίποτα. Εν μία νυκτή το ΑΠΘ μετατράπηκε σε φυλακή, απαγορεύοντας τις πολιτιστικές ομάδες και δράσεις, ενώ μάλιστα η πρυτανεία καλεί και την Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης για να συλλάβει ως τρομοκράτες τους φοιτητές και τις φοιτήτριες.
Το δημόσιο πανεπιστήμιο, όμως, δεν ήταν ποτέ χώρος σιωπής και υποταγής. Ήταν και παραμένει χώρος αμφισβήτησης, γνώσης, συλλογικότητας και αγώνα. Οι φοιτητικοί σύλλογοι, οι γενικές συνελεύσεις και οι συλλογικές διαδικασίες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της δημοκρατικής ζωής των σχολών. Απέναντι στην καταστολή και την τρομοκράτηση, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η αποδοχή και η απομόνωση, αλλά η συλλογική αντίσταση.
Ως Δίκτυο Προοδευτικών Αριστερών Φοιτητών/-τριών στεκόμαστε απέναντι σε αυτή την πολιτική. Αγωνιζόμαστε για ένα πανεπιστήμιο ανοιχτό προς την κοινωνία, που να εξυπηρετεί τις ανάγκες της και όχι τα συμφέροντα της αγοράς και του ιδιωτικού κεφαλαίου. Ένα πανεπιστήμιο πραγματικά δημόσιο και δωρεάν, με καθηγητές, βιβλία, εργαστήρια, φοιτητική μέριμνα, δωρεάν σίτιση και στέγαση. Ένα πανεπιστήμιο χωρίς ταξικούς φραγμούς, χωρίς ΕΒΕ, χωρίς διαγραφές και όρια φοίτησης.Η μόρφωση είναι κοινωνικό αγαθό και όχι προνόμιο για λίγους. Η μάχη για το δημόσιο πανεπιστήμιο είναι συλλογική και αφορά ολόκληρη τη γενιά μας.
Στις φοιτητικές εκλογές της 13ης Μάη δεν απέχουμε. Στέλνουμε μήνυμα αντίστασης, συλλογικότητας και ανατροπής σε όλους τους Συλλόγους. Συνεχίζουμε τον αγώνα για το πανεπιστήμιο των αναγκών μας, με την αριστερά μπροστά. Από τη Φιλοσοφική Σχολή και τη ΣΘΕ μέχρι το Πολυτεχνείο και το ΠΑΜΑΚ, στις 13 Μάη ψηφίζουμε Δίκτυο Προοδευτικών Αριστερών Φοιτητών/-τριών.