Από τη μια θυμώνω. Για την ακρίβεια εξοργίζομαι και αναθεματίζω βλέποντας δεκάδες εργαζόμενους στη «Βιολάντα» να συγκεντρώνονται έξω από τα δικαστήρια για να εκφράσουν με πανό και συνθήματα την υποστήριξή τους στον ιδιοκτήτη του εργοστασίου που κατηγορείται σε βαθμό κακουργήματος (και μάλιστα με ενδεχόμενο δόλο) για το τραγικό δυστύχημα στο οποίο έχασαν την ζωή τους πέντε εργάτριες.
Από την άλλη, θλίβομαι βαθιά συνειδητοποιώντας ότι άνθρωποι που θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται στην θέση των πέντε καμένων συναδέρφων τους, μολονότι το γνωρίζουν αυτό, μαζεύουν υπογραφές «στήριξης» στον εργοδότη τους, εθελοτυφλώντας στις τεράστιες ευθύνες του -όπως αυτές αποκαλύπτονται στην πορεία των ερευνών και του αποδίδονται.
Τι μπορεί να κάνει έναν άνθρωπο που ενώ θεωρητικά θρηνεί τον ξαφνικό κι άδικο χαμό του συναδέρφου του ο οποίος πλήρωσε λάθη, παραλείψεις κι εγκληματική αδιαφορία των υπευθύνων, αντί να απαιτεί σκληρή τιμωρία των ενόχων να λέει «κάτω τα χέρια από τον εργοδότη μας»;
Θα μπορούσε να ονομαστεί : «Κοινωνικός αυτοματισμός», αν και αυτός περιγράφει την στρέψη μιας κοινωνικής ομάδας απέναντι σε άλλην που υποδαυλίζεται από τους ισχυρούς, οι οποίοι μένουν αλώβητοι και ρυθμιστές.
Θα μπορούσε να περιγραφτεί και ως εργαλειοποίηση των εργαζόμενων που φοβούμενοι πως θα χάσουν τη δουλειά και το μεροκάματό τους, φτάνουν στο σημείο να δρουν «αυθόρμητα» ξεπλένοντας κακουργηματικές ευθύνες των αφεντικών.
Όλοι οι «έξω από το χορό», το λέμε ξεφτίλα, κατάντια, δείγμα της αρρωστημένης εποχής μας.
Πώς να δικαιολογήσεις ανθρώπους που η μπροστά στην ανάγκη της επιβίωσης δεν διστάζουν να μεταμορφωθούν σε ασπίδα των εργοδοτών τους, καλύπτοντας εξόφθαλμες παραβατικές συμπεριφορές που οδηγούν σε εγκλήματα κατά της ζωής των διπλανών τους;
Ναι. Για όλους εμάς, τους ευρισκόμενους σε καλύτερη θέση, οι… αυτοεξευτελιζόμενοι εργαζόμενοι, είναι ο εύκολος στόχος. Έχοντας όλοι μας περισσότερες ασφάλειες και μεγαλύτερη δυνατότητα επιλογών, ούτε που μπορούμε να μπούμε στη θέση ενός απελπισμένου που σκέφτεται ότι αφού στάθηκε τυχερός και γλίτωσε- καθώς δεν συνέβη το κακό στη βάρδια του- ας κρατήσει τη δουλειά του που του δίνει το ψωμί των παιδιών του.
Από την άλλη, μπορείς να δικαιολογήσεις έναν φουκαρά που προσπαθεί να επηρεάσει τη δικαιοσύνη (έξω από τα δικαστήρια συγκεντρώθηκαν και στους δικαστές απευθύνονταν οι υπογραφές στήριξης του αφεντικού που συγκέντρωσαν) υπέρ κάποιου που θεωρείται υπεύθυνος για την απώλεια της ζωής των ομοίων του; Μήπως τότε να δικαιολογήσουμε και εκείνον που φορούσε κουκούλα και κατέδιδε τους αντιστεκόμενους στον Γερμανό κατακτητή, για να ταΐσει τα παιδιά του; Ή να σταματήσουμε τις δικαιολογίες σε εκείνον τον αξιωματούχο που παρανόμησε -χτίζοντας αυθαίρετο- για την…φουκαριάρα τη μάνα του;
* Ο άνθρωπος που παλεύει για το μεροκάματο, δεν μπορεί να είναι εχθρός. Ούτε να νομίζει κανείς πως καταγγέλλοντάς τον, σώζουμε την κοινωνία και την ηθική.
Ας βάλουμε την λογική να πρυτανεύσει. Όχι την στεγνή και στυγνή λογική, αλλά εκείνην που διαθέτει ενσυναίσθηση και κατανοεί την θέση των άλλων. Ιδίως των αναξιοπαθούντων και εκείνων που βρίσκονται σε κίνδυνο και υπό απειλή.
Να επιχειρήσω να καταγράψω τον κατά τη γνώμη μου κοινό τόπο στους διάφορους προβληματισμούς που αναπτύσσονται σχετικά:
*Πρώτον και ουσιωδέστερο: πρέπει να υπάρξει πλήρης διαλεύκανση της τραγωδίας στα Τρίκαλα, καταλογισμός των ευθυνών και τιμωρία των ενόχων. Όχι από τον τύπο, ούτε από την κοινωνία με την γενική έννοια του όρου, αλλά από την δικαιοσύνη.
*Δεύτερο. Όσο κι αν κατανοούμε τις ιδιαιτερότητες, θα πρέπει να αγνοηθούν οι λογικές που θέλουν να ρίξουν στα μαλακά την ιδιοκτησία χάριν της δουλειάς των εργαζόμενων, με το σκεπτικό: οι πέντε χάθηκαν και δεν γυρίζουν πίσω, ας μην καταστραφούμε κι εμείς. Δικαιοσύνη λοιπόν, χωρίς εκπτώσεις και απόπειρα συγκάλυψης.
*Τρίτο: αφού αδιαφορήσουμε προς το παρόν στις δικαιολογίες και τα ελαφρυντικά που αναζητούν οι τυπικά υπεύθυνοι και αφού αφήσουμε στην άκρη τους εργαλειοποιημένους εργαζόμενους, ας φτάσουμε στην ουσία του προβλήματος: ούτε οι εργαζόμενοι θα επιβάλλουν το δίκιο, ούτε οι ιδιοκτήτες θα εγκαταλείψουν την ασυδοσία και την παραβίαση των μέτρων ασφαλείας όσο αυτός τους παίρνει. Το πρόβλημα είναι στο κράτος και τις υπηρεσίες της πολιτείας, που αδιαφορεί ή αδυνατεί, ή αποτυγχάνει (διαλέξτε όποιο ρήμα θέλετε) να ελέγξει έγκαιρα κι έγκυρα, να επιβάλει την εφαρμογή νόμων και κανονισμών, να ρίξει πρόστιμα στους παραβάτες, εν ολίγοις να κάνει τα δέοντα ώστε να προστατεύσει τους ανθρώπους- εργαζόμενους, καταναλωτές, γείτονες, περαστικούς.
*Και εδώ οι ευθύνες της κυβέρνησης αλλά και της πολιτείας με την ευρεία έννοια του όρου, είναι βαριές. Οι αρχές, αρέσκονται να μιλούν για αυστηρότητα, για σκληρή δουλειά, για αποτελεσματικότητα, αλλά στην πράξη, ο γνωστός του γνωστού, τα στραβά μάτια, τα εικονικά πρόστιμα και οι ενστάσεις που χάνονται στον χρόνο, το δεν βαριέσαι αδερφέ… Και όταν γίνει το κακό, διάχυση ευθυνών, ή για να το πω καλύτερα, διάχυση ανευθυνότητας.
*Εντάξει. Πάντα θα υπάρχουν ατυχήματα. Στον δρόμο, στη δουλειά, στο σπίτι. Αλλά η κοινωνία προχωρά και στην εξέλιξή της, θεσπίζονται μέτρα που περιορίζουν τους κινδύνους κι εν πολλοίς αποτρέπουν το κακό που παραμονεύει.
Αυτά τα μέτρα, όσοι τα υφίστανται προσπαθούν να τα χαλαρώνουν. Έλληνες είμαστε, έτσι μάθαμε κι έτσι επιμένουμε ακόμη και τώρα να συμπεριφερόμαστε. Αυτό κάνουμε και ως οδηγοί και ως αφεντικά κι ως εργαζόμενοι και ως πολίτες με την γενική έννοια.
Η αλλαγή αυτής της κατάστασης, οφείλει να ξεκινήσει από το κράτος. Τον θεσμό συλλογικής οργάνωσης της ζωής μας. Και τα συμφωνηθέντα ή ψηφισθέντα από τη βουλή μέτρα προστασίας, πρέπει να επιβάλλονται από τις ελεγκτικές- διωκτικές αρχές που εντέλλονται να κάνουν αυτήν ακριβώς τη δουλειά.
Όταν το κράτος δεν ελέγχει, η ασφάλεια γίνεται κόστος.
* Κατά συνέπεια, θεωρώ «μισές δουλειές» για εμάς να αρκούμαστε στην έκφραση οργής προς τους εργαζόμενους που τρέμουν στο ενδεχόμενο να κινδυνέψει το αύριο της οικογένειάς τους και προκειμένου να το πετύχουν αυτό δεν διστάζουν να υψώσουν ασπίδα προστασίας υπέρ του ιδιοκτήτη που αμέλησε, ή αδιαφόρησε, ή εγκλημάτισε.
Όπως και είναι ανεπαρκές να νομίσουμε πως ρίχνοντας στην πυρά τον συγκεκριμένο εργοδότη, λύνεται το πρόβλημα.
* Από την άλλη, δεν γίνεται να δικαιολογούμε τον εργοδότη που αγνόησε τα πρωτόκολλα ασφαλείας για να αποφύγει το κόστος, ούτε να βλέπουμε με συμπάθεια τους εργαζόμενους που γυρίζουν την πλάτη στους συναδέρφους τους, που έχασαν τη ζωή τους και να καταλήγουμε στο γνωστό συμπέρασμα πως φταίει το κράτος και οι πολιτικοί.
Η ευθύνη ανήκει σε όλους κι επιμερίζεται ανάλογα με τη συμμετοχή καθενός στο… λάθος. Η αδιαφορία και η ανευθυνότητα, θα πρέπει κάποτε να εξοβελιστούν από τη δημόσια σφαίρα.
* Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 21.02.2026