Η ελευθερία ως επίγνωση και σχέση

Μήνυμα Ελπίδας του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Φιλοθέου

Στο αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής του Ασώτου (Α’ Κορ. 6:12-20), η φράση του Αποστόλου Παύλου: «όλα μου επιτρέπονται, αλλά δεν είναι όλα ωφέλιμα· όλα μου επιτρέπονται, όμως δεν θα αφήσω τον εαυτό μου να υποδουλωθεί σε τίποτα» (Α’ Κορ. 6:12) ξεχωρίζει.

Δεν πρόκειται για απλή ηθική νουθεσία ούτε για περιορισμό της ανθρώπινης ελευθερίας. Αντιθέτως, ο Παύλος αποκαλύπτει μία βαθύτερη, ριζικά διαφορετική θεώρηση της. Δεν αμφισβητεί την ελευθερία της επιλογήςꞏ θέτει, όμως, ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιος, τελικά, καθορίζει και εξουσιάζει τη ζωή μου;

Στη σύγχρονη αντίληψη, η ελευθερία συχνά ταυτίζεται με το «κάνω ό,τι θέλω». Μία τέτοια προσέγγιση, όμως, παραμένει επιφανειακή, όταν δεν συνοδεύεται από αυτογνωσία. Ο Απόστολος μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την πράξη στο πρόσωπο. Το ουσιώδες δεν είναι αν όλα επιτρέπονται, αλλά αν, μέσα από τις επιλογές μου, παραμένω πραγματικά ελεύθερος ή τελικά υποδουλώνομαι σ’ αυτές.

Τη δυναμική αυτή φωτίζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όταν επισημαίνει: «Ελευθερία δεν είναι το να κάνει κανείς ό,τι θέλει, αλλά το να μη σκλαβώνεται στις επιθυμίες του» (PG 61:151), αποκαλύπτοντας ότι η πραγματική δουλεία δεν επιβάλλεται απ’ έξω, αλλά γεννιέται μέσα μας.

Όταν οι επιθυμίες, οι ορμές ή οι συνήθειες κατευθύνουν τις αποφάσεις μας, τότε η ελευθερία μας αναιρείται, ακόμη κι αν δεν υφίσταται κανένας εξωτερικός καταναγκασμός. Υπό αυτό το πρίσμα, η συγκεκριμένη Παύλεια φράση δεν περιορίζει τον άνθρωπο, αλλά τον προστατεύει από την εσωτερική του διάσπαση.

Για τον Απόστολο Παύλο, η ελευθερία συνδέεται άρρηκτα με τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Την ίδια αλήθεια εκφράζει και ο Μέγας Βασίλειος όταν υπογραμμίζει: «ελεύθερος είναι εκείνος που κινείται προς το αγαθό χωρίς να κυριαρχείται από τα πάθη» (PG 31:917).

Η ελευθερία εδώ δεν ταυτίζεται με την απουσία ορίων, αλλά με κίνηση «κατά φύσιν», σύμφωνη με τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε ο άνθρωπος. Επομένως, όταν αυτός απομακρύνεται από το αγαθό, δεν προσεγγίζει την ελευθερίαꞏ αντίθετα, εγκλωβίζεται σε εξαρτήσεις. Η ελευθερία δεν είναι αυθαίρετη αυτοδιάθεση, αλλά αρμονία με την αλήθεια της ύπαρξης.

Η προοπτική αυτή κορυφώνεται στη σχέση με τον Χριστό. Ο Παύλος μάς υπενθυμίζει: «το σώμα σας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος» (Α’ Κορ. 6:19). Η ελευθερία, λοιπόν, δεν είναι ατομικό επίτευγμα αλλά καρπός σχέσης. Ο άνθρωπος δεν ανήκει απλώς στον εαυτό του η ύπαρξή του είναι δώρο και έχει προορισμό. Όσο παραμένει εγκλωβισμένος στον εαυτό του, τόσο περισσότερο εξουσιάζεται από όσα νομίζει ότι ελέγχει.

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής συνδέει άμεσα την ελευθερία με την αγάπη, τονίζοντας: «Όταν ο νους ελευθερωθεί από τα πάθη, τότε μπορεί να αγαπά αληθινά» (PG 90:964). Η αληθινή ελευθερία δεν οδηγεί στην απομόνωση, αλλά στο άνοιγμα προς τον άλλον.

Μόνο ο άνθρωπος που δεν εξουσιάζεται εσωτερικά μπορεί να σχετίζεται χωρίς να χρησιμοποιεί ή να κατέχει. Έτσι, το «δεν θα εξουσιαστώ από τίποτα» δεν αποτελεί δήλωση αυτάρκειας, αλλά ομολογία ζωντανής και ώριμης σχέσης με τον Θεό, τον εαυτό και τον πλησίον.

Τελικά, η χριστιανική ελευθερία δεν εξαντλείται στη δυνατότητα επιλογήςꞏ είναι βαθιά επίγνωση του ποιος είμαι και πού ανήκω. Είναι η ελευθερία να υπάρχω χωρίς να χάνω τον εαυτό μου.