Πανεπιστήμιο και καινοτομία. Του Χρίστου Α. Φραγκονικολόπουλου

Το δημόσιο πανεπιστήμιο δεν προστατεύεται μέσα από την απομόνωση

Χρίστος Α. Φραγκονικολόπουλος
Κοσμήτορας Σχολής Κοινωνικών και Οικονομικών Επιστημών ΑΠΘ

Η εβδομάδα που πέρασε ήταν ιδιαίτερα κουραστική, κυρίως λόγω της συμμετοχής μου στο Aristotle Innovation Forum. Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν περίμενα ότι θα έβλεπα μια τέτοια διοργάνωση να λαμβάνει χώρα στο δικό μας — ή γενικότερα σε οποιοδήποτε ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο. Η εμπειρία αυτή με επηρέασε σε δύο επίπεδα.

Το πρώτο αφορά το διαδικτυακό ραδιόφωνο του πανεπιστημίου μας. Εκεί, ένας καθηγητής, μαζί με μια ομάδα αποφοίτων του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ, έδωσαν καθημερινά τον καλύτερό τους εαυτό για να απογειώσουν το διαδικτυακό ραδιόφωνο του ΑΠΘ και να αποδείξουν ότι το πανεπιστήμιο μπορεί να έχει τη δική του δημόσια φωνή.

Πήραν συνεντεύξεις από περισσότερους από εκατό συμμετέχοντες του φόρουμ — κυρίως ξένους ερευνητές, καθηγητές, επιχειρηματίες και Έλληνες της διασποράς — ανθρώπους που ήρθαν στο Αριστοτέλειο για να συζητήσουν μαζί μας την ιδέα της καινοτομίας και τη σημασία της σε έναν κόσμο γεμάτο ανασφάλεια και αβεβαιότητα. Αξίζει πραγματικά να ακούσει κανείς αυτές τις συζητήσεις· βρίσκονται στο radio.auth.gr.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η παρουσία — αλλά και η απουσία — συναδέλφων καθηγητών από τη διοργάνωση με οδήγησε σε μια διαφορετική σκέψη: στη διαμόρφωση μιας άτυπης ταξινόμησης των «ομάδων» που υπάρχουν μέσα στο πανεπιστήμιο.

Η πρώτη ομάδα, χαρακτηρίζεται από αισιοδοξία και από μια βαθιά αποφασιστικότητα να πετύχει εκεί όπου οι προηγούμενοι απέτυχαν.

Είναι οι άνθρωποι που αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, τις στηρίζουν έμπρακτα και επιμένουν μέχρι να τις υλοποιήσουν. Είναι εκείνη η ομάδα που παίρνει φόρα και τρέχει — όχι επειδή αγνοεί τις δυσκολίες, αλλά επειδή έχει μάθει να κινείται παρά τις δυσκολίες.

Πρόκειται για ανθρώπους που έχουν αντιληφθεί ότι το πανεπιστήμιο, και ιδιαίτερα το δημόσιο πανεπιστήμιο, δεν μπορεί πλέον να λειτουργεί ως μια κλειστή και αυτάρεσκη κοινότητα, αποκομμένη από την οικονομία, την κοινωνία και τις τεκτονικές αλλαγές που συντελούνται σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο.

Αντιλαμβάνονται ότι η γνώση δεν παράγεται πλέον μόνο μέσα στους τοίχους των αμφιθεάτρων και των εργαστηρίων, αλλά μέσα από δίκτυα συνεργασίας, αλληλεπίδρασης και εξωστρέφειας. Η συγκεκριμένη ομάδα πιστεύει ότι το πανεπιστήμιο οφείλει να συνομιλεί με την κοινωνία, να αφουγκράζεται τις ανάγκες της και να παρεμβαίνει δημιουργικά σε αυτές.

Δεν θεωρεί την καινοτομία απειλή ούτε την εξωστρέφεια ιδεολογική υποχώρηση. Αντιθέτως, τις αντιμετωπίζει ως αναγκαίες προϋποθέσεις επιβίωσης και ανανέωσης ενός θεσμού που, αν θέλει να παραμείνει ζωντανός και χρήσιμος, οφείλει να κατανοήσει ότι ο κόσμος γύρω του αλλάζει με ταχύτητες που δεν επιτρέπουν αδράνεια.

Η δεύτερη ομάδα, είναι εκείνη που εργάζεται αθόρυβα. Δεν επιδιώκει τη δημοσιότητα ούτε κατασκευάζει διαρκώς εικόνα γύρω από τον εαυτό της. Η παρουσία της αποτυπώνεται αλλού: στις συμμετοχές σε διεθνή συνέδρια, στις δημοσιεύσεις σε έγκριτα επιστημονικά περιοδικά, στα ερευνητικά προγράμματα, στις συνεργασίες με πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα του εξωτερικού.

Είναι οι άνθρωποι που, συχνά μακριά από τα φώτα της εσωτερικής πανεπιστημιακής καθημερινότητας, παράγουν έργο με συνέπεια, διάρκεια και διεθνή αναγνώριση. Πρόκειται για μια ομάδα που δεν θορυβεί, αλλά κρατά ουσιαστικά ζωντανή την ακαδημαϊκή αξιοπιστία και το επιστημονικό κύρος του πανεπιστημίου. Είναι αυτοί που χτίζουν σταδιακά τη διεθνή παρουσία του ιδρύματος, πολλές φορές κάτω από δύσκολες συνθήκες, με περιορισμένους πόρους, γραφειοκρατικά εμπόδια και ελάχιστη διοικητική υποστήριξη.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, είναι και η ομάδα που η διοικητική ηγεσία του πανεπιστημίου οφείλει να στηρίξει περισσότερο. Όχι μόνο με τιμητικές αναφορές, αλλά με συγκεκριμένες πολιτικές και δράσεις που διευκολύνουν ουσιαστικά το έργο της: λιγότερη γραφειοκρατία, καλύτερη διοικητική υποστήριξη, ενίσχυση της διεθνοποίησης, χρηματοδοτικά εργαλεία και ένα θεσμικό περιβάλλον που να επιτρέπει στους ανθρώπους αυτούς να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στην έρευνα, τη διδασκαλία και τη δημιουργία.

Η τρίτη ομάδα — οι «βουδιστές», όπως σκωπτικά θα μπορούσε να τους αποκαλέσει κανείς — αποτελείται συχνά από πρώην πρυτάνεις, νυν προέδρους ή κοσμήτορες, ανθρώπους που περνούν ατελείωτες ώρες πίσω από την καρέκλα του γραφείου τους και οι οποίοι, παρά το θεσμικό αξίωμα που κατέχουν, μοιάζουν τελικά να περιορίζονται αποκλειστικά στη διαχείριση κρίσεων και δυσάρεστων καταστάσεων. Δεν δημιουργούν δυναμική· απλώς απορροφούν κραδασμούς.

Πρόκειται για ανθρώπους που χαρακτηρίζονται από έλλειψη ευελιξίας, φαντασίας και κυρίως οράματος. Η σκέψη τους κινείται διαρκώς μέσα σε ασφαλείς ισορροπίες, σε μια κουλτούρα συνεχούς επιφύλαξης και διοικητικής ουδετερότητας. Είναι οι άνθρωποι του «on the one hand and on the other hand», λες και η διατύπωση μιας καθαρής προσωπικής θέσης συνιστά απειλή. Λες και ο φόβος του πολιτικού ή θεσμικού κόστους είναι ισχυρότερος από την ανάγκη να παρθούν αποφάσεις.

Συχνά δίνουν την εντύπωση ότι έχουν εσωτερικεύσει τόσο βαθιά τη λογική της διαχείρισης, ώστε έχουν ξεχάσει τη σημασία της ηγεσίας. Και η διαφορά ανάμεσα στα δύο είναι τεράστια: η διαχείριση αφορά τη συντήρηση του υπάρχοντος· η ηγεσία απαιτεί κατεύθυνση, ρίσκο, σύγκρουση και ευθύνη. Οι «βουδιστές» επιλέγουν συνήθως την ασφάλεια της ακινησίας, θεωρώντας ότι έτσι προστατεύουν τον θεσμό.

Στην πραγματικότητα όμως, πολλές φορές, απλώς μεταθέτουν τα προβλήματα στο μέλλον και αφήνουν το πανεπιστήμιο να κινείται χωρίς πυξίδα μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία.
Η τέταρτη ομάδα είναι οι «ωχ αδελφιστές». Είναι εκείνοι που έχουν υιοθετήσει ως βασική τους στάση την παραίτηση πριν ακόμη ξεκινήσει οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής. Προτάσσουν διαρκώς το επιχείρημα ότι το ελληνικό πανεπιστήμιο ήταν, είναι και θα παραμείνει δύσκαμπτο· ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά, γιατί «έτσι ήταν πάντα τα πράγματα». Στη σκέψη τους κυριαρχεί μια βαθιά αίσθηση στασιμότητας, σχεδόν μοιρολατρίας.

Πρόκειται για ανθρώπους που έχουν συμβιβαστεί με την αδράνεια και αντιμετωπίζουν κάθε νέα ιδέα με καχυποψία ή ειρωνεία. Δεν αντιστέκονται απαραίτητα από ιδεολογία, αλλά από εξάντληση, απογοήτευση ή συνήθεια. Είναι η κουλτούρα του «δεν γίνεται», του «μην μπλέκεις», του «άστο, δεν αλλάζει τίποτα». Και αυτή η στάση, αν και συχνά παρουσιάζεται ως ρεαλισμός, στην πραγματικότητα λειτουργεί ως ένας από τους πιο αποτελεσματικούς μηχανισμούς αναπαραγωγής της ακινησίας. Οι «ωχ αδελφιστές» στέκονται εγκλωβισμένοι στο παρόν, χωρίς πραγματική διάθεση να κοιτάξουν προς το μέλλον. Δεν επενδύουν στη δυνατότητα μετασχηματισμού του πανεπιστημίου, γιατί έχουν πάψει να πιστεύουν ότι ο μετασχηματισμός είναι εφικτός.
Και τέλος, υπάρχει η Πέμπτη ομάδα. Εκείνη που, κυρίως για ιδεολογικούς λόγους, αντιμετωπίζει με καχυποψία — ή ακόμη και με ανοιχτή απόρριψη — κάθε πρωτοβουλία που συνδέεται με την εξωστρέφεια, την καινοτομία και τη διεθνή παρουσία του πανεπιστημίου. Για τους ανθρώπους αυτής της ομάδας, τέτοιες διαδικασίες θεωρούνται απειλή, επειδή πιστεύουν ότι αλλοιώνουν τον δημόσιο χαρακτήρα του πανεπιστημίου και ανοίγουν τον δρόμο σε μορφές εμπορευματοποίησης ή θεσμικής μετάλλαξης. Είναι ίσως η ομάδα με την οποία δύσκολα μπορεί να συνεννοηθεί κανείς. Όχι επειδή στερείται επιχειρημάτων, αλλά επειδή συχνά προσεγγίζει τον διάλογο μέσα από ένα προϋπάρχον σχήμα καχυποψίας. Σε αντιμετωπίζει εξαρχής είτε ως φορέα μιας «επικίνδυνης» ατζέντας είτε ως απειλή για το δημόσιο πανεπιστήμιο. Η έννοια της αλλαγής, ακόμη και όταν αφορά διεθνείς συνεργασίες, ερευνητικά δίκτυα ή ακαδημαϊκή κινητικότητα, βιώνεται περισσότερο ως κίνδυνος παρά ως δυνατότητα.
Και όμως, ακούγοντας στην εναρκτήρια εκδήλωση του Aristotle Innovation Forum έναν απόφοιτο του πανεπιστημίου, ο οποίος σπούδαζε τη δεκαετία του 1980, συνειδητοποίησα πόσο διαχρονική είναι αυτή η στάση. Μας είπε ότι τότε υπήρχαν καθηγητές και πολιτικές ομάδες μέσα στο πανεπιστήμιο που αντιδρούσαν ακόμη και στο πρόγραμμα Erasmus Programme — δηλαδή στη δυνατότητα μετακίνησης και ανταλλαγής φοιτητών μεταξύ ευρωπαϊκών πανεπιστημίων και χωρών. Σκεφτείτε το για μια στιγμή. Σκεφτείτε να είχε επικρατήσει εκείνη η λογική. Σκεφτείτε να είχε μπλοκαριστεί το Erasmus. Πόσες γενιές φοιτητών δεν θα είχαν γνωρίσει άλλες κοινωνίες, άλλες γλώσσες, άλλους τρόπους σκέψης; Πόσες ακαδημαϊκές και προσωπικές εμπειρίες δεν θα είχαν υπάρξει ποτέ; Και κυρίως, πόσο πιο κλειστό, φοβικό και επαρχιακό θα ήταν σήμερα το ελληνικό πανεπιστήμιο αν κάθε μορφή εξωστρέφειας αντιμετωπιζόταν εξαρχής ως απειλή;
Τελειώνοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι δεν γνωρίζω αν αυτή η ταξινόμηση είναι απολύτως σωστή ή δίκαιη. Ίσως να είναι υπερβολικά σχηματική. Ίσως να αδικεί ανθρώπους και καταστάσεις.

Όμως, μετά από αυτή την εβδομάδα, κατάλαβα περισσότερο από ποτέ κάτι που θεωρώ ουσιαστικό: ότι ο φόβος της αλλαγής δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως υπεράσπιση του δημόσιου πανεπιστημίου. Ένα πανεπιστήμιο που φοβάται να ανοιχτεί προς τον κόσμο, να συνεργαστεί, να καινοτομήσει και να συνομιλήσει με τη διεθνή και ευρωπαϊκή πραγματικότητα, κινδυνεύει τελικά να μετατραπεί σε έναν κλειστό μηχανισμό αναπαραγωγής της αδράνειας. Και η αδράνεια, όσο κι αν κάποιες φορές παρουσιάζεται ως σταθερότητα ή προστασία, στην πραγματικότητα οδηγεί αργά αλλά σταθερά στην παρακμή.

Το δημόσιο πανεπιστήμιο δεν προστατεύεται μέσα από την απομόνωση. Προστατεύεται όταν παραμένει ζωντανό, παραγωγικό, ανταγωνιστικό, κοινωνικά χρήσιμο και διεθνώς αναγνωρίσιμο. Προστατεύεται όταν παράγει γνώση που ταξιδεύει, όταν δημιουργεί ανθρώπους που μπορούν να σταθούν σε ένα διεθνές περιβάλλον, όταν έχει τη δύναμη να συνομιλεί ισότιμα με την κοινωνία, την οικονομία, την Ευρώπη και τον κόσμο. Και ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη πρόκληση για το δημόσιο πανεπιστήμιο σήμερα: όχι μόνο να αντιμετωπίσει οικονομικές και διοικητικές δυσκολίες, αλλά να ξεπεράσει βαθύτερες νοοτροπίες φόβου, καχυποψίας και ακινησίας που το κρατούν εγκλωβισμένο σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια.

Όσο για μένα, ήμουν, είμαι και θα παραμείνω μέλος της πρώτης ομάδας. Της ομάδας που δεν εγκλωβίζεται στο παρόν, ούτε νοσταλγεί διαρκώς το παρελθόν, αλλά επιλέγει να κοιτάζει προς το μέλλον. Της ομάδας που πιστεύει ότι το δημόσιο πανεπιστήμιο μπορεί ακόμη να αλλάξει, να εξελιχθεί και να πρωταγωνιστήσει — αρκεί να βρεθούν άνθρωποι πρόθυμοι να τρέξουν μπροστά, ακόμη κι όταν οι υπόλοιποι διστάζουν ή δεν θέλουν.

ESPA