Για πολλά χρόνια μάθαμε να αντιμετωπίζουμε τη σύγκρουση ως κάτι που πρέπει να εξαφανιστεί. Να λυθεί, να κλείσει, να τελειώσει. Σαν να πρόκειται για λάθος που χρειάζεται διόρθωση ή για εμπόδιο που πρέπει να παρακαμφθεί. Όμως όσο οι κοινωνίες γίνονται πιο σύνθετες, τόσο γίνεται φανερό ότι πολλές συγκρούσεις δεν «λύνονται» με την κλασική έννοια. Μετασχηματίζονται. Και εκεί ακριβώς αρχίζει η ωριμότητα.
Η διαμεσολάβηση, πέρα από θεσμός ή επαγγελματική πρακτική, μπορεί να ιδωθεί ως άσκηση ωριμότητας. Όχι μόνο για τα μέρη που εμπλέκονται, αλλά και για την ίδια την κοινωνία που επιλέγει πώς θέλει να διαχειρίζεται τις εντάσεις της.
Ωριμότητα δεν σημαίνει απουσία σύγκρουσης. Σημαίνει ικανότητα να τη χωρέσουμε. Να αντέξουμε τη διαφωνία χωρίς να καταρρεύσουμε, χωρίς να ακυρώσουμε τον άλλον, χωρίς να μετατρέψουμε κάθε διαφορά σε πεδίο μάχης. Σε αυτό το σημείο, η διαμεσολάβηση δεν υπόσχεται εύκολες λύσεις. Υπόσχεται έναν διαφορετικό τρόπο στάσης.
Στην καρδιά της, η ωριμότητα προϋποθέτει κάτι δύσκολο: Την αποδοχή των ορίων. Το όριο ότι δεν θα δικαιωθούμε πλήρως. Ότι ο άλλος δεν θα αλλάξει όσο θα θέλαμε. Ότι η πραγματικότητα δεν θα ευθυγραμμιστεί απόλυτα με τις προσδοκίες μας. Η ανωριμότητα επιμένει στο «να έχω δίκιο». Η ωριμότητα μετατοπίζεται στο «να μπορώ να συνεχίσω».
Η διαμεσολάβηση δουλεύει ακριβώς σε αυτή τη μετατόπιση. Δεν ζητά από τα μέρη να συμφωνήσουν σε όλα. Ζητά να αναγνωρίσουν τι είναι εφικτό, τι αντέχεται και τι μπορεί να γίνει χωρίς να διαλυθεί η σχέση. Δεν κυνηγά ιδανικές, θεωρητικές «win-win» λύσεις, αλλά συμφωνίες με τις οποίες οι άνθρωποι μπορούν πραγματικά να ζήσουν.
Σε έναν κόσμο που επιβραβεύει την ταχύτητα, τη βεβαιότητα και την απόλυτη θέση, η διαμεσολάβηση εισάγει την αξία της παύσης. Τον χρόνο να ακουστεί ο άλλος. Τον χρόνο να επεξεργαστούμε όχι μόνο τα γεγονότα, αλλά και το πώς τα βιώσαμε. Αυτός ο χρόνος συχνά εκλαμβάνεται ως αδυναμία. Στην πραγματικότητα, είναι ένδειξη ωριμότητας.
Η ωριμότητα, άλλωστε, δεν είναι συναισθηματική ουδετερότητα. Είναι συναισθηματική επίγνωση. Στη διαμεσολάβηση, τα συναισθήματα δεν εξαφανίζονται· αποκτούν χώρο. Ο θυμός, η απογοήτευση, ο φόβος δεν αντιμετωπίζονται ως εμπόδια, αλλά ως πληροφορία. Όχι για να κυριαρχήσουν στη διαδικασία, αλλά για να φωτίσουν τι πραγματικά διακυβεύεται.
Σε κοινωνικό επίπεδο, αυτή η προσέγγιση είναι κρίσιμη. Ζούμε σε περιβάλλοντα αυξημένης πόλωσης, όπου η διαφωνία συχνά βιώνεται ως απειλή ταυτότητας. Η διαμεσολάβηση προτείνει κάτι ριζικά διαφορετικό: ότι μπορούμε να διαφωνούμε χωρίς να διαλυόμαστε. Ότι η συνύπαρξη δεν προϋποθέτει ομοφωνία, αλλά αμοιβαία αναγνώριση.
Η ωριμότητα δεν είναι εντυπωσιακή. Δεν κάνει θόρυβο. Δεν προσφέρει εύκολες αφηγήσεις νίκης και ήττας. Προσφέρει κάτι πιο ταπεινό και ταυτόχρονα πιο δύσκολο: Συνέχεια. Τη δυνατότητα να προχωρήσουμε χωρίς να κουβαλάμε διαρκώς το βάρος της σύγκρουσης.
Ίσως γι’ αυτό η διαμεσολάβηση δεν είναι πάντα ελκυστική. Δεν χαϊδεύει την ανάγκη μας για απόλυτο δίκιο. Μας καλεί να αναλάβουμε ευθύνη για τη σχέση, για τον διάλογο, για το μέλλον. Μας καλεί να μεγαλώσουμε λίγο.
Τελικά, η διαμεσολάβηση ως άσκηση ωριμότητας δεν αφορά μόνο τις μεγάλες διαφορές. Αφορά τον τρόπο που μιλάμε, που ακούμε, που επιλέγουμε πότε να επιμείνουμε και πότε να υποχωρήσουμε. Αφορά τη μετάβαση από το «να κερδίσω» στο «να συνυπάρξω».
Και ίσως αυτό να είναι το πιο επίκαιρο μάθημα της εποχής μας: Ότι η ωριμότητα δεν είναι παραίτηση. Είναι συνειδητή επιλογή.