Γιατί φοβόμαστε τόσο πολύ τη ρήξη. Της Ζωής Ε. Γιαννοπούλου

Σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι απλώς η στιγμή που αποκαλύπτεται ότι η σχέση ή η συμφωνία δεν μπορεί να συνεχιστεί με όρους αξιοπρέπειας

Υπάρχει ένας φόβος που διατρέχει σχεδόν κάθε δύσκολη διαπραγμάτευση: Ο φόβος της ρήξης. Όχι απαραίτητα της σύγκρουσης -αυτήν, συχνά, την αντέχουμε. Αλλά της στιγμής που όλα σταματούν. Που η σχέση κόβεται, η συζήτηση κλείνει, το «μαζί» μετατρέπεται σε «χώρια».

Ο φόβος της ρήξης είναι από τους πιο ισχυρούς και λιγότερο ομολογημένους παράγοντες κακών συμφωνιών. Μας ωθεί να υποχωρούμε περισσότερο απ’ όσο αντέχουμε, να δεχόμαστε όρους που δεν μας εκφράζουν, να λέμε «ναι» απλώς για να μη χαθεί η σύνδεση. Και συχνά το πληρώνουμε αργότερα -με θυμό, απογοήτευση ή σιωπηλή απόσυρση.

Η ρήξη δεν είναι μόνο πρακτικό γεγονός. Είναι ψυχολογικό και κοινωνικό σύμβολο. Σηματοδοτεί απόρριψη, απώλεια ασφάλειας, αποτυχία σχέσης, ακόμα και προσωπική αποτυχία. Από νωρίς μαθαίνουμε ότι η «καλή σχέση» είναι αυτή που δεν σπάει. Έτσι, η ρήξη φορτίζεται ηθικά: Γίνεται κάτι που πρέπει να αποφεύγεται πάση θυσία.

Στις διαπραγματεύσεις, αυτός ο φόβος εμφανίζεται με πολλές μορφές. Ως ανάγκη να «κλείσει το θέμα». Ως αγωνία να μη χαλάσει το κλίμα. Ως πίεση χρόνου που δεν είναι πάντα πραγματική. Και συχνά, ως εσωτερική φωνή που λέει: «Καλύτερα κάτι, παρά τίποτα».

Όμως εδώ βρίσκεται και το κρίσιμο σημείο. Η ρήξη δεν είναι πάντα το χειρότερο σενάριο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι απλώς η στιγμή που αποκαλύπτεται ότι η σχέση ή η συμφωνία δεν μπορεί να συνεχιστεί με όρους αξιοπρέπειας. Το πρόβλημα δεν είναι η ρήξη καθαυτή, αλλά ο τρόπος που την φανταζόμαστε: Ως καταστροφή, αντί ως πιθανό όριο.

Η διαπραγμάτευση συχνά παρουσιάζεται ως τέχνη συμβιβασμού. Και πράγματι είναι. Όμως υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον συμβιβασμό και στην αυτοακύρωση. Ο πρώτος είναι επιλογή. Η δεύτερη είναι αποτέλεσμα φόβου. Όταν ο φόβος της ρήξης γίνεται κυρίαρχος, ο συμβιβασμός παύει να είναι συνειδητός και μετατρέπεται σε μηχανισμό άμυνας.

Ιδιαίτερα επικίνδυνος γίνεται αυτός ο φόβος όταν συνδυάζεται με ανισορροπία δύναμης. Όταν το κόστος της ρήξης δεν είναι ίδιο για όλους. Όταν ο ένας μπορεί να αποχωρήσει εύκολα, ενώ ο άλλος κινδυνεύει να χάσει εργασία, ασφάλεια ή αναγνώριση. Εκεί, η αποφυγή της ρήξης μπορεί να σημαίνει αποδοχή όρων που δεν θα επιλέγαμε ποτέ υπό συνθήκες ισότητας.

Η διαμεσολάβηση προσφέρει εδώ ένα κρίσιμο αντίβαρο. Όχι γιατί εξαλείφει τον φόβο της ρήξης, αλλά γιατί τον φέρνει στο φως. Δημιουργεί έναν ασφαλή χώρο όπου η ρήξη δεν χρησιμοποιείται ως απειλή, αλλά αντιμετωπίζεται ως ενδεχόμενο. Μέσα σε αυτόν τον χώρο, τα μέρη μπορούν να αναρωτηθούν τι πραγματικά φοβούνται ότι θα χάσουν. Τη σχέση; Την εικόνα τους; Την αίσθηση ελέγχου; Συχνά, η απάντηση δεν αφορά τη συγκεκριμένη διαπραγμάτευση, αλλά βαθύτερα μοτίβα αποφυγής απώλειας.

Η ωριμότητα στη διαπραγμάτευση δεν σημαίνει να μην φοβόμαστε τη ρήξη. Σημαίνει να μην την αφήνουμε να αποφασίζει για εμάς. Να μπορούμε να πούμε «μέχρι εδώ» χωρίς απειλή, χωρίς θυμό, χωρίς ανάγκη επιβεβαίωσης. Παραδόξως, όταν η ρήξη παύει να είναι ταμπού, η διαπραγμάτευση γίνεται πιο καθαρή. Οι επιλογές γίνονται ορατές. Η πίεση μειώνεται. Και τότε είτε προκύπτει μία πιο βιώσιμη συμφωνία είτε μία αξιοπρεπής αποχώρηση.

Ίσως, τελικά, ο φόβος της ρήξης να μην είναι φόβος απώλειας, αλλά φόβος ευθύνης. Ευθύνης να αναγνωρίσουμε τι αντέχουμε και τι όχι. Και αυτή είναι μία ευθύνη που καμία διαπραγμάτευση δεν μπορεί να αναλάβει αντί για εμάς.

Υπάρχει όμως και μία λιγότερο ορατή διάσταση του φόβου της ρήξης: Η κοινωνική του διάσταση. Σε πολλές επαγγελματικές και προσωπικές σχέσεις, η αποχώρηση ή η άρνηση ερμηνεύεται ως αποτυχία συνεργασίας, ως αδυναμία ή ακόμα και ως έλλειψη «καλής πρόθεσης». Έτσι, οι άνθρωποι συχνά παραμένουν σε διαπραγματεύσεις που τους επιβαρύνουν, όχι επειδή πιστεύουν στη συμφωνία, αλλά επειδή φοβούνται την κοινωνική ετικέτα της ρήξης.

Η κουλτούρα της συνεχούς συναίνεσης ενισχύει αυτό το φαινόμενο. Μας μαθαίνει να προσαρμοζόμαστε, να αποφεύγουμε τη σύγκρουση και να διατηρούμε την εικόνα της ομαλότητας, ακόμη και όταν το τίμημα είναι εσωτερικό. Σε αυτό το πλαίσιο, η ρήξη δεν βιώνεται ως επιλογή, αλλά ως προσωπική αποτυχία.

Η διαπραγμάτευση, όμως, δεν είναι τεστ αντοχής. Είναι διαδικασία επιλογών. Και η δυνατότητα αποχώρησης, όταν οι όροι παύουν να είναι βιώσιμοι, αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο ισορροπίας.

ESPA