Οικονομικό επιτελείο και επιχειρείν υποδέχονται την προσωρινή κατάπαυση του πυρός, που κρέμεται από μία κλωστή, στη Μέση Ανατολή με σύνεση, ρεαλισμό, επιφυλακτικότητα και ανακούφιση.
Ο δρόμος για την κανονικότητα είναι ακόμη μακρύς καθώς οι επιπτώσεις του πολέμου θα μας συνοδεύουν για αρκετό διάστημα ενώ οι τιμές δύσκολα θα πέσουν άμεσα (αν συμβεί αυτό θα αργήσει να γίνει αισθητό στην αγορά), παρά την κατάπαυση του πυρός που διέπεται από δημιουργική… ασάφεια.
Προμηθευτές, πριν τη εκεχειρία, ενημέρωναν τις επιχειρήσεις ότι αυξάνουν κατά 20% τους τιμοκαταλόγους τους λόγω των αυξήσεων σε πετρέλαιο και πρώτες ύλες, με το σκηνικό αυτό να μην αλλάζει εύκολα και γρήγορα. Εκτιμάται πως μετά από δύο μήνες, οι όποιες μειώσεις θα αποτυπωθούν στον «σκληρό πυρήνα» της αγοράς.
Αν η πτωτική τροχιά των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου (επηρεάζουν το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων αλλά και βασικές παραδοχές του προϋπολογισμού) έχει διάρκεια, η κανονικότητα θα επανέλθει πιο γρήγορα και πιο ομαλά αλλά δύσκολα θα επιστρέψουμε σε προπολεμικά επίπεδα.
Στο πλαίσιο αυτό, σε ναρκοπέδιο καλείται να βαδίσει το ερχόμενο διάστημα η ελληνική οικονομία που ξορκίζει την αβεβαιότητα αλλά καλείται να ζήσει μαζί της με τις 42 μέρες του πολέμου στον Κόλπο (ακόμα και μετά την εκεχειρία των δύο εβδομάδων) να διαμορφώνουν ένα σκηνικό αστάθειας που αργά ή γρήγορα θα αποτυπωθεί και στα «ευαίσθητα» νούμερα θεμελιωδών μεγεθών.
Η συνεχιζόμενη γεωπολιτική αναταραχή στη Μέση Ανατολή μεταβάλλει ουσιαστικά τις παραδοχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε ο οικονομικός σχεδιασμός, οδηγώντας το οικονομικό επιτελείο σε αναθεώρηση των προβλέψεων για το 2026.
Το βασικό σενάριο που διαμορφώνεται πλέον συγκλίνει σε μία πιο δυσχερή πρόβλεψη: Πληθωρισμό σταθερά πάνω από το 3% και ρυθμό ανάπτυξης που κινείται κοντά ή και κάτω από το 2%, με τα χειρότερα (αρνητικοί ρυθμοί ανάπτυξης, δηλαδή ύφεση), ειδικά μετά και την αναστολή των συγκρούσεων, για την ώρα να αποφεύγονται με καταλύτη τον τουρισμό που δείχνει να αντέχει.
Ανατιμήσεων και αβεβαιότητας… συνέχεια
Η μετατόπιση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική αναπροσαρμογή, αλλά αντανακλά τις ευρύτερες επιπτώσεις της διεθνούς αστάθειας. Η πολεμική ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή ενίσχυσε την αβεβαιότητα στις αγορές ενέργειας, τροφοδοτώντας ένα νέο κύμα ανατιμήσεων (ίσως λιγότερο σφοδρό μετά την εκεχειρία), το οποίο μεταφέρεται σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομία ακόμα κι αν τερματιστεί οριστικά μέσα στον Απρίλιο ο πόλεμος.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι αρχικές εκτιμήσεις για αποκλιμάκωση του πληθωρισμού προς το 2,2% αναθεωρούνται, με τις επικαιροποιημένες προβλέψεις να τον τοποθετούν πλέον σαφώς πάνω από το 3%.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της αγοράς και του οικονομικού επιτελείου, η άνοδος των τιμών δεν θα περιοριστεί στον ενεργειακό τομέα. Αντίθετα, θεωρείται θέμα χρόνου να επεκταθεί σε ένα ευρύτερο φάσμα αγαθών και υπηρεσιών, ενισχύοντας τον δομικό χαρακτήρα του πληθωρισμού και διατηρώντας τον πάνω από το όριο του 3% για μεγαλύτερο διάστημα.
Στο μέτωπο των λογαριασμών ρεύματος, με δεδομένη και την εκεχειρία, το ενδεχόμενο ενεργοποίησης κρατικής παρέμβασης με επιδοτήσεις στα τιμολόγια (στο πρότυπο της ενεργειακής κρίσης του 2022) δείχνει να απομακρύνεται με τις τιμές… να λογικεύονται.
Βαριανασαίνει η ανάπτυξη
Την ίδια στιγμή, η αναπτυξιακή δυναμική εμφανίζει σημάδια επιβράδυνσης. Η ανάπτυξη εκτιμάται ότι θα κινηθεί γύρω στο 2% ή και ελαφρώς χαμηλότερα, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης 2,4%. Η αναθεώρηση αυτή αποτυπώνει την επιδείνωση των εξωτερικών συνθηκών, αλλά και την επίδραση του αυξημένου κόστους στην κατανάλωση και τις επενδύσεις. Ο συνδυασμός υψηλού πληθωρισμού και χαμηλότερης ανάπτυξης δημιουργεί ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι εκτιμήσεις των θεσμικών φορέων. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη αναθεωρήσει προς τα κάτω την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη στο 1,9% για το 2026, από 2,1% προηγουμένως, με βασική υπόθεση μέση τιμή πετρελαίου στα 81 δολάρια ανά βαρέλι. Παράλληλα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά πλέον ανάπτυξη 1,8%, ενώ το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή τοποθετεί τον ρυθμό στο 2%, επιβεβαιώνοντας τη γενικευμένη τάση υποχώρησης κάτω από το όριο του 2%.
Οι εξελίξεις αυτές ενσωματώνονται ήδη στον σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής. Η κυβέρνηση προετοιμάζει την ετήσια έκθεση προόδου του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού-Διαρθρωτικού Σχεδίου, η οποία θα κατατεθεί στις Βρυξέλλες στα τέλη Απριλίου και θα περιλαμβάνει τις επικαιροποιημένες μακροοικονομικές παραδοχές. Στο πλαίσιο αυτό, εντείνονται οι διαβουλεύσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με στόχο την ευθυγράμμιση των νέων προβλέψεων με τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις.
Πάνω από 2,5 δισ. καβάτζα αλλά… τα κοιτάμε
Παρά την επιδείνωση των μακροοικονομικών δεικτών, η εικόνα στα δημοσιονομικά παραμένει θετική για το 2025. Οι εκτιμήσεις συγκλίνουν σε πρωτογενές πλεόνασμα άνω του 4,5% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας σημαντικά τον αρχικό στόχο του 3,7%. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στην ισχυρή πορεία των φορολογικών εσόδων, τα οποία ενισχύονται από την ανθεκτικότητα της οικονομικής δραστηριότητας και την αποτελεσματικότητα των εισπρακτικών μηχανισμών.
Μάλιστα, δεν αποκλείεται το τελικό αποτέλεσμα να αποδειχθεί ακόμη υψηλότερο με λίαν πιθανό σενάριο ο λογαριασμός να βγάλει 2,5 δισ. ευρώ… περίσσευμα από το 2025 (επιπλέον από τον στόχο) αλλά με τους νέους αυστηρούς κανόνες της Κομισιόν το οικονομικό επιτελείο δεν μπορεί να το διαθέσει σε μέτρα στήριξης, ολόκληρο τουλάχιστον, εφόσον βαθύνει η κρίση στην οικονομία λόγω των συνεπειών του πολέμου.
Η «ποιοτική» σύνθεση του υπερπλεονάσματος, το αν δηλαδή τα πρόσθετα έσοδα είναι ευκαιριακά ή μόνιμα και το κατά πόσο θα αποδειχθεί ευέλικτη έστω και στο… και πέντε της κρίσης η ΕΕ, επιτρέποντας παρεκκλίσεις από τους «ιερούς» δημοσιονομικούς κανόνες, θα κρίνουν τα περιθώρια που θα έχει, για διάθεσή του στην κοινωνία, η κυβέρνηση.
Τετραγωνισμός του κύκλου
Η ύπαρξη υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος δεν αναιρεί τις προκλήσεις που δημιουργεί το νέο μακροοικονομικό περιβάλλον. Ο επίμονα υψηλός πληθωρισμός άνω του 3% και η ανάπτυξη κάτω από το 2% διαμορφώνουν ένα σκηνικό αυξημένων πιέσεων και συμπιεσμένων περιθωρίων άσκησης… άνετης πολιτικής. Η βασική πρόκληση για την επόμενη περίοδο θα είναι η διαχείριση αυτής της διπλής δυναμικής, με στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας χωρίς να ανακοπεί περαιτέρω η αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας.
*Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 11-12 Απριλίου 2026