- Newsroom
Η ιστορία της Στέλα Άνγκους Αναγνώστου, μιας ομογενούς από τη Μελβούρνη που ήρθε στην Ελλάδα χωρίς να γνωρίζει τη γλώσσα για να σπουδάσει Ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), αποτελεί το πλέον ζωντανό παράδειγμα της επιτυχίας των ξενόγλωσσων προγραμμάτων σπουδών. Σήμερα, στο 5ο έτος των σπουδών της, η Στέλα μιλά άπταιστα ελληνικά και ετοιμάζεται για μια διεθνή καριέρα, έχοντας το ΑΠΘ ως επιστημονικό της «κέντρο αναφοράς».
Στο πλαίσιο του οικονομικού φόρουμ των Δελφών (DEF XI), ο Πρύτανης του ΑΠΘ, καθ. Κυριάκος Αναστασιάδης, χρησιμοποίησε αυτό το παράδειγμα για να αναδείξει τη δυναμική της διεθνοποίησης του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου.
Ο πρύτανης του ΑΠΘ μίλησε για την ίδρυση 17 ξενόγλωσσων προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών στο Αριστοτέλειο- τα 16 αγγλόγλωσσα και το πρώτο γαλλόφωνο. «Αν πραγματικά θέλουμε διεθνοποίηση πρέπει να φέρουμε τους φοιτητές εδώ, να έλθουν να σπουδάσουν και να κάνουν alma mater τους το Αριστοτέλειο, να κάνουν δική τους επιστημονική κληρονομιά την κληρονομιά της Ελλάδας κι όταν θα φύγουν πραγματικά να έχουν ως κέντρο αναφοράς της υπόλοιπης καριέρας τους την Ελλάδα, διότι το πτυχίο που θα πάρουν είναι αυτό που θα καθορίσει και τη συνέχεια της καριέρας τους», επισήμανε ο κ. Αναστασιάδης.
Η ομογενής φοιτήτρια από την Αυστραλία, όπως εξήγησε, «δεν ήξερε καθόλου ελληνικά, δεν είχε έλθει ποτέ στην Ελλάδα», όμως «κατάφερε να ενταχθεί πλήρως, έχει γίνει πλέον Ελληνίδα στην ψυχή, στη γλώσσα και φεύγει του χρόνου να πάει στο Σίδνεϊ να κάνει καριέρα γιατρού». Η περίπτωση τής, όπως πρόσθεσε, υπογραμμίζει ότι η ελληνική ομογένεια αποτελεί ένα τεράστιο και σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητο πλεονέκτημα, καθώς χιλιάδες νέοι δεύτερης και τρίτης γενιάς μπορούν να αποτελέσουν γέφυρα σύνδεσης με τη χώρα, επιλέγοντας ελληνικά πανεπιστήμια για τις σπουδές τους, μεταφέροντας στη συνέχεια την εμπειρία αυτή διεθνώς.
Σε ό,τι αφορά τον στόχο να καταστεί η Ελλάδα διεθνής εκπαιδευτικός κόμβος, ο κ. Αναστασιάδης εξέφρασε την άποψη ότι ο πραγματικός στόχος είναι «πώς θα επαναφέρουμε την Ελλάδα στο να είναι εκπαιδευτικό hub, πώς θα ξαναπάρει αυτό που της ανήκει η Ελλάδα, η οποία από την αρχαιότητα ήταν αυτή που έδωσε τις επιστήμες, τις τέχνες, τη φιλοσοφία, όλη τη λογική της εκπαίδευσης στον σύγχρονο κόσμο, άρα η Ελλάδα ήταν και θα παραμείνει ένα εκπαιδευτικό hub».
Ο πρύτανης του ΑΠΘ παρατήρησε πως η συμμετοχή της Ελλάδας στη διεθνή κινητικότητα παραμένει ιδιαίτερα χαμηλή, κάτω από το 1%, γεγονός που αναδεικνύει το περιθώριο βελτίωσης, καθώς τα μεταπτυχιακά προγράμματα, αν και πολυάριθμα, δεν επιτυγχάνουν πάντα τον στόχο της ουσιαστικής διεθνοποίησης, αφού μεγάλο μέρος τους είναι διαδικτυακό και απευθύνεται κυρίως σε Έλληνες φοιτητές, ενώ η συμμετοχή των φοιτητών στην ερευνητική δραστηριότητα παραμένει περιορισμένη.
Περαιτέρω, όπως σημείωσε, «η Ελλάδα έχει χάσει το 1/3 του δυναμικού της από το 2010 και μετά στις γεννήσεις -από 120.000 τον χρόνο έφτασαν τις 80.000, οι μαθητές από 1,5 εκατομμύριο θα φτάσουν σε 5 χρόνια το 1 εκατομμύριο και από τους περισσότερους των 100.000 μαθητών που έδιναν εξετάσεις, […] οριακά θα φτάνουμε τις 50.000 μετά από 3-4 χρόνια», άρα, «μπαίνουμε σε μία λογική, όπου δε θα επαρκούν οι Έλληνες φοιτητές για τα δημόσια πανεπιστήμια, ούτε και για τα μη κρατικά». Στο πλαίσιο αυτό, εξήγησε πως «τα μη κρατικά έρχονται να συμπληρώσουν την προσέλκυση ξένων φοιτητών, κάτι που δεν μπορεί να γίνει αλλιώς».
Σε ό,τι αφορά τα χαρακτηριστικά των ξένων φοιτητών που επιλέγουν για τις σπουδές τους την Ελλάδα, ο κ. Αναστασιάδης παρουσίασε ένα ενδιαφέρον στοιχείο: «Οι πέντε δημοφιλέστερες χώρες στην προσέλκυση φοιτητών είναι οι ΗΠΑ, η Αυστραλία, η Αγγλία, η Γαλλία και η Γερμανία. Αυτές έχουν το 50% της κινητικότητας. Στο Αριστοτέλειο που έχουμε χιλιάδες αιτήσεις κάθε χρόνο για να πάρουμε 60 φοιτητές ποιες είναι οι χώρες που είναι πρώτες στη δημοφιλία; Αυτές οι πέντε χώρες που μαζεύουν από όλον τον κόσμο, είναι οι πέντε χώρες που δίνουν στην Ελλάδα, στο Αριστοτέλειο», είπε, εξηγώντας ότι η δυναμική της Ελλάδας στους δημοφιλείς εκπαιδευτικούς προορισμούς, αντανακλά την ποιότητα των προγραμμάτων σπουδών και του ανθρώπινου δυναμικού των ελληνικών ΑΕΙ και τη διεθνή τους αναγνώριση.
«Στις διεθνείς κατατάξεις υπάρχουν 50.000 πανεπιστήμια και η Ελλάδα είναι στο 1% των πρώτων. Είμαστε μεταξύ 250-300 και 750-800 στις 50.000 σε όλον τον κόσμο, όταν τα περισσότερα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν ιδρυθεί τα τελευταία 50 έτη - κι όμως έχουν φτάσει να είναι στο 1% των πρώτων πανεπιστημίων. Καμαρώνουμε, αυτά τα πανεπιστήμια έχουν τρομερό impact. Μιλάνε όλοι για το brain drain. Γιατί γίνεται; Γιατί έχουμε τρομερή παράδοση που τη θέλει ο κόσμος, το πτυχίο μας είναι δυνατό», είπε, αντιπροτείνοντας ότι «χρειαζόμαστε brain circulation, να διαμορφώσουμε τις συνθήκες ώστε όχι απλά να προσελκύουμε τους ξένους φοιτητές, αλλά να προσελκύουμε και τους δικούς μας φοιτητές. Να φεύγουν, να μετεκπαιδεύονται, να συμπληρώσουν τις γνώσεις τους, να κάνουν τα όνειρά τους και να τα φέρουμε πίσω αυτά τα παιδιά».
Καταλήγοντας, ο πρύτανης του ΑΠΘ εξέφρασε την πεποίθηση ότι η συνεισφορά της εκπαίδευσης στο εθνικό ΑΕΠ μπορεί να φτάσει σταδιακά στο 5%, καθώς η διεθνοποίηση δεν μεταφράζεται απλώς στο να γεμίσουν τα αμφιθέατρα των ελληνικών πανεπιστημίων με καλούς ξένους φοιτητές, αλλά και στη συνολική αναβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου, ώστε η Ελλάδα να εξελιχθεί σε ένα ισχυρό ευρωπαϊκό και διεθνές εκπαιδευτικό κέντρο.