Το ακριβό πετρέλαιο τορπιλίζει ανάπτυξη, πληθωρισμό - Τι συμβαίνει με το πακέτο της ΔΕΘ

Γιατί οι αυξήσεις του μαύρου χρυσού «ξαναγράφουν» τον προϋπολογισμό χωρίς για την ώρα να κινδυνεύουν οι εξαγγελίες του Σεπτεμβρίου από τη Θεσσαλονίκη

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google

Το ρεζερβουάρ των ανατιμήσεων γεμίζει η πρωτοφανής αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει την διαμόρφωση των τιμών του πετρελαίου, την ώρα που τα αντικρουόμενα μηνύματα για την εξέλιξη του πολέμου ΗΠΑ – Ιράν, προμηνύουν ένα θερμό καλοκαίρι με ανατροπές για βασικά οικονομικά μεγέθη.

 Οι τιμές στο πετρέλαιο μπορούν να ανατρέψουν τον δημοσιονομικό σχεδιασμό στην Ελλάδα επειδή επηρεάζουν ταυτόχρονα τον πληθωρισμό, την ανάπτυξη, τα φορολογικά έσοδα, τις κρατικές δαπάνες και το εξωτερικό ισοζύγιο της χώρας. Για μια οικονομία όπως η ελληνική, που παραμένει έντονα εξαρτημένη από την εισαγόμενη ενέργεια, ένα ενεργειακό σοκ μεταφέρεται γρήγορα σε όλο το οικονομικό σύστημα.

Η άνοδος της τιμής του πετρελαίου κατά περίπου 40% έχει ανατρέψει τις προοπτικές για τον πληθωρισμό και τα επιτόκια. Στην αγορά φυσικών προϊόντων, οι τιμές του αργού πετρελαίου βρίσκονται αρκετά πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και, σε κάποιο σημείο στις αρχές Απριλίου, ήταν σχεδόν διπλάσιες από ό,τι πριν τον πόλεμο.

Την ίδια στιγμή, παραμένει στο προσκήνιο και το ζήτημα του επίμονου πληθωρισμού, που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για την Ελλάδα, καθώς συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. με τις υψηλότερες πληθωριστικές πιέσεις. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο πληθωρισμός αναμένεται να διαμορφωθεί στο 3,1% στην ΕΕ και στο 3,7% στην Ελλάδα φέτος, πριν αποκλιμακωθεί στο 2,4% και στις δύο περιπτώσεις το 2027.

Οι εγχώριες πιέσεις της ακρίβειας παραμένουν πιο έντονες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ωθώντας τον πληθωρισμό στο 5% (έναντι 3,2% του μέσου όρου της Ευρωζώνης, σύμφωνα με τη Eurostat) τον Μάιο στη χώρα μας, με την ενέργεια να ασκεί και πάλι ισχυρότατη επίδραση σε τιμές και κόστος διαβίωσης.

Οι τιμές της ενέργειας στη χώρας μας αυξήθηκαν με διπλάσιο ρυθμό από αυτόν της Ευρωζώνης, με το σχετικό δείκτη να σημειώνει αύξηση 20,2% σε ετήσια βάση στη χώρα μας έναντι 10,9% στην Ευρωζώνη.

Σε ό,τι αφορά τις υπόλοιπες ομάδες για τις οποίες υπάρχουν προσωρινά στοιχεία, ο πληθωρισμός τροφίμων (τρόφιμα, αλκοόλ και καπνός) διαμορφώθηκε στο 3,1% στη χώρα μας, ενώ αποκλιμάκωση καταγράφθηκε στις τιμές των μη ενεργειακών βιομηχανικών αγαθών (-0,6% σε ετήσια βάση).

Το πετρέλαιο και οι οικονομικές συνέπειες

Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα ότι η κρίση θα έχει λήξει έως το τέλος της τρέχουσας χρονιάς, κυρίως σε ό,τι αφορά τις οικονομικές συνέπειες. Εφόσον ο πληθωρισμός παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, τόσο η Ελλάδα όσο και η Ευρώπη θα βρεθούν αντιμέτωπες με αυξημένες ανάγκες δημοσιονομικής στήριξης, πιέσεις στις εξαγωγές και ακριβότερο δανεισμό. 

Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δύσκολα θα μπορέσει να εγκαταλείψει τη σφιχτή νομισματική πολιτική και τις υψηλές επιτοκιακές παρεμβάσεις, προτού ο πληθωρισμός επιστρέψει κοντά στον στόχο του 2%, ανεξάρτητα από το πότε θα συμβεί αυτό.

Η επιμήκυνση της κρίσης και των επιπτώσεών της αυξάνει τις πιέσεις για ενισχυμένες παρεμβάσεις στήριξης προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Η Ελλάδα έχει λάβει θετική αξιολόγηση από την Κομισιόν, καθώς τα μέτρα που έχουν ανακοινωθεί μέχρι σήμερα θεωρούνται στοχευμένα και εντός του δημοσιονομικού πλαισίου. Το ερώτημα, ωστόσο, είναι τι θα συμβεί αν το ίδιο πρόβλημα επιμείνει και τους επόμενους μήνες, οδηγώντας εκ νέου σε ανάγκη στήριξης της οικονομίας και της κοινωνίας.

Άλλωστε, αρκετά κράτη-μέλη της Ε.Ε. που ήδη εμφανίζουν δημοσιονομικά ελλείμματα άνω του 3% του ΑΕΠ θα αναγκαστούν να χρηματοδοτήσουν πρόσθετα μέτρα μέσω νέου δανεισμού, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τα δημόσια οικονομικά τους και διευρύνοντας το χρέος.

Η ανησυχία για το ισοζύγιο

Για την Ελλάδα, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η πορεία του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Κομισιόν, αυτό εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από το 4,9% του ΑΕΠ το 2025 στο 7,1% του ΑΕΠ, κυρίως λόγω των αυξημένων εισαγωγών ενέργειας, περιορίζοντας τη δυναμική της ανάπτυξης σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία.

Το πιο δύσκολο κομμάτι για την ελληνική οικονομία βρίσκεται στο εξωτερικό ισοζύγιο. Η Ελλάδα παραμένει εξαρτημένη από εισαγόμενη ενέργεια και η παράταση της κρίσης αυξάνει αυτόματα το κόστος εισαγωγών.

Η ανησυχία είναι διπλή, καθώς από τη μία πλευρά, η χώρα πληρώνει ακριβότερα καύσιμα, φυσικό αέριο και μεταφορές, ενώ από την άλλη, οι αυξήσεις αυτές περνούν σταδιακά στην πραγματική οικονομία, περιορίζοντας την κατανάλωση και αυξάνοντας το λειτουργικό κόστος επιχειρήσεων.

Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι όσο παραμένει υψηλό το ενεργειακό κόστος, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να διατηρηθούν οι αναπτυξιακοί στόχοι.

Δύο στρατόπεδα ενόψει ΔΕΘ

Υπό αυτές τις συνθήκες, το πακέτο της ΔΕΘ φαίνεται να αποδρά… από τα στενά του Ορμούζ. Κυβερνητικά στελέχη και παράγοντες που συμμετέχουν στις διαβουλεύσεις μιλούν ανοιχτά για παρεμβάσεις που υπό προϋποθέσεις μπορούν να προσεγγίσουν ακόμη και τα 2 δισ. ευρώ, εφόσον η εκτέλεση του προϋπολογισμού και τα φορολογικά έσοδα συνεχίσουν να κινούνται πάνω από τους στόχους.

Από τη μία πλευρά, το οικονομικό επιτελείο επιμένει ότι η χώρα δεν πρέπει να εκπέμψει μήνυμα δημοσιονομικής χαλάρωσης σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη επανέρχεται σταδιακά σε αυστηρότερη επιτήρηση. Από την άλλη, υπάρχει η πολιτική εκτίμηση ότι η κοινωνία δεν αρκείται πλέον σε μακροοικονομικούς δείκτες, επενδυτικές βαθμίδες και θετικές αξιολογήσεις από οίκους και αγορές.


Η ενεργειακή αστάθεια, οι πιέσεις στις τιμές, η ανάγκη για αυξημένες αμυντικές δαπάνες και η επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας δημιουργούν ένα πιο εύθραυστο σκηνικό. Στην Αθήνα υπάρχει σαφής ανησυχία ότι μια νέα διεθνής αναταραχή θα μπορούσε να περιορίσει γρήγορα τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο.

Ταυτόχρονα, όμως, ο πόλεμος λειτουργεί και ως πολιτικό, και όχι μόνο οικονομικό, επιχείρημα υπέρ μιας πιο επεκτατικής προσέγγισης. Κυβερνητικά στελέχη σημειώνουν ότι η κοινωνία έχει περάσει διαδοχικά από πανδημία, ενεργειακή κρίση, πληθωρισμό και γεωπολιτική ανασφάλεια, κάτι που αυξάνει την ανάγκη για μέτρα με πιο άμεσο κοινωνικό αποτύπωμα.

Υπό αυτό το πρίσμα, στο τραπέζι πέφτουν φορολογικά κίνητρα, παρεμβάσεις για νέες κατοικίες, επιδοτήσεις και αλλαγές στη φορολογία ακινήτων. Υπάρχει η εκτίμηση ότι χωρίς ουσιαστική παρέμβαση στη στέγη, οποιαδήποτε αύξηση μισθών ή φορολογική ελάφρυνση θα απορροφάται σχεδόν αυτόματα από το αυξημένο κόστος διαβίωσης.

*Δημοσιεύτηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 7 Ιουνίου 2026

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google
Loader
ESPA