- Newsroom
Οι καρδιαγγειακές παθήσεις παραμένουν η πρώτη αιτία πρόωρου θανάτου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με 1,7 εκατομμύρια θανάτους κάθε χρόνο και ετήσιο οικονομικό κόστος που υπολογίζεται στα 282 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, αν δεν υπάρξει άμεση δράση, η επιβάρυνση αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά έως το 2050.
Στην Ελλάδα, τα καρδιαγγειακά νοσήματα εξακολουθούν να αποτελούν την κύρια αιτία θανάτου τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες. Παράγοντες όπως το υψηλό ποσοστό καπνίσματος, η έλλειψη άσκησης, η παχυσαρκία και η αυξημένη ατμοσφαιρική ρύπανση και η ηχορύπανση επιβαρύνουν περαιτέρω την κατάσταση, ενισχύοντας τους γνωστούς και τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου.
Τα παραπάνω επισημαίνει ο καθηγητής Καρδιολογίας του ΕΚΠΑ και πρόεδρος της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας (ΕΚΕ), κ. Κωνσταντίνος Τούτουζας, μιλώντας στο ΑΠΕ- MΠE στο περιθώριο των Πανελλήνιων Σεμιναρίων των Ομάδων Εργασίας της ΕΚΕ, που διεξάγονται 12-14 Φεβρουαρίου στη Θεσσαλονίκη.
Στο τέλος του προηγούμενου έτους η Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσίασε το EU Safe Hearts Plan, που συνιστά την πρώτη ολοκληρωμένη στρατηγική για την πρόληψη, την έγκαιρη διάγνωση και τη θεραπεία των καρδιαγγειακών παθήσεων. Το Σχέδιο δίνει έμφαση στην πρόληψη, στην αντιμετώπιση παραγόντων κινδύνου όπως το κάπνισμα και η ανθυγιεινή διατροφή, στην αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων και τεχνητής νοημοσύνης, καθώς και στη μείωση των ανισοτήτων στην υγεία μεταξύ των κρατών-μελών.
Όπως αναφέρει ο κ. Τούτουζας, σε εθνικό επίπεδο, η ΕΚΕ έχει καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις για την ενίσχυση προγραμμάτων πρόληψης, την καλύτερη κάλυψη νησιωτικών και απομακρυσμένων περιοχών, τη λειτουργία Κέντρων Καρδιαγγειακής Αποκατάστασης, καθώς και για δράσεις ενημέρωσης και εκπαίδευσης του πληθυσμού. Παράλληλα, έχει προτείνει την ένταξη μαθημάτων πρόληψης και προαγωγής υγείας στο εκπαιδευτικό σύστημα.
«Στόχος της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας είναι ένα ενιαίο, ολοκληρωμένο Εθνικό Σχέδιο Πρόληψης και Αντιμετώπισης των Καρδιαγγειακών Νοσημάτων, με τη στήριξη της Πολιτείας, ώστε να μειωθεί ουσιαστικά η θνητότητα και η νοσηρότητα τα επόμενα χρόνια προς όφελος της κοινωνίας», σημειώνει ο κ. Τούτουζας.
Οι προτάσεις της ΕΚΕ
Η ΕΚΕ προτείνει την υποχρεωτική εφαρμογή θρομβόλυσης σε απομακρυσμένες περιοχές και θεσμοθέτηση της Καρδιακής Αποκατάστασης των ασθενών.
Σύμφωνα με τον κ. Τούτουζα, μία από τις σημαντικότερες προτάσεις της ΕΚΕ, η οποία μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στη διάσωση ζωών, αφορά την υποχρεωτική εφαρμογή της θρομβόλυσης σε περιοχές που βρίσκονται μακριά από Αιμοδυναμικό Τμήμα.
«Η άμεση και αποτελεσματική επαναιμάτωση του μυοκαρδίου αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο στη θεραπευτική αντιμετώπιση του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου. Οι ασθενείς που προσέρχονται εντός 12 ωρών από την έναρξη των συμπτωμάτων θα πρέπει να υποβάλλονται άμεσα σε θεραπεία επαναιμάτωσης είτε με πρωτογενή διαδερμική στεφανιαία παρέμβαση (αγγειοπλαστική) είτε, σε περίπτωση αδυναμίας έγκαιρης πρόσβασης σε κέντρα με δυνατότητα αγγειοπλαστικής, με ινωδολυτική θεραπεία (θρομβόλυση)», εξηγεί ο κ. Τούτουζας και προσθέτει ότι η πρακτική αυτή βασίζεται σε ισχυρά επιστημονικά δεδομένα και περιλαμβάνεται στις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες των τελευταίων τριών δεκαετιών, συμπεριλαμβανομένων των πλέον πρόσφατων οδηγιών της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας (2023 ESC Guidelines for the management of acute coronary syndromes).
Η θρομβόλυση, όπως αναφέρει ο κ. Τούτουζας, προλαμβάνει κατά μέσο όρο 30 πρώιμους θανάτους ανά 1.000 ασθενείς, όταν χορηγείται εντός έξι ωρών από την έναρξη των συμπτωμάτων. Το όφελος είναι ακόμη πιο εμφανές σε ασθενείς υψηλότερου κινδύνου, όπως οι ηλικιωμένοι.
Η προνοσοκομειακή εφαρμογή της θρομβόλυσης αποτελεί βέλτιστη πρακτική, όπου υπάρχουν οι προϋποθέσεις. Εξειδικευμένο ιατρικό προσωπικό μπορεί να ερμηνεύσει το ηλεκτροκαρδιογράφημα επί τόπου ή με δυνατότητα διαβίβασης για απομακρυσμένη εκτίμηση. Στόχος είναι η έναρξη της χορήγησης του φαρμάκου να γίνεται εντός 10 λεπτών από τη διάγνωση του εμφράγματος.
Η κλινική τεκμηρίωση για την πρακτική αυτή χαρακτηρίζεται ισχυρή. Μετα- ανάλυση έξι τυχαιοποιημένων μελετών έδειξε ότι η προνοσοκομειακή θρομβόλυση μειώνει τη θνητότητα σε σύγκριση με την ενδονοσοκομειακή, ιδιαίτερα όταν η δεύτερη εφαρμόζεται εντός δύο ωρών από την έναρξη των συμπτωμάτων.
Μετά τη θρομβόλυση, ο ασθενής θα πρέπει να μεταφέρεται το ταχύτερο δυνατό σε νοσοκομείο που διαθέτει Αιμοδυναμικό Τμήμα και να υποβάλλεται σε στεφανιογραφία, με προοπτική αγγειοπλαστικής, εντός 24 ωρών από την ολοκλήρωση της θρομβόλυσης.
Με ευθύνη των νοσοκομείων των Υγειονομικών Περιφερειών ή άλλου αρμόδιου φορέα, θα πρέπει να διασφαλιστεί η εκπαίδευση των γενικών ιατρών και παθολόγων στις στρατηγικές επαναιμάτωσης και στη διαδικασία της θρομβόλυσης.
Επιπλέον, η αξιοποίηση της τηλεϊατρικής ή άλλων τεχνολογιών τηλεπικοινωνιών πρέπει να θεσπιστεί για την υποστήριξη, επικοινωνία και καθοδήγηση των γενικών ιατρών ή παθολόγων που διενεργούν θρομβόλυση σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, έτσι ώστε να υπάρχει διασύνδεση με την Καρδιολογική Κλινική του Νοσοκομείου αναφοράς. Η πρόταση της ΕΚΕ έχει υποβληθεί στο Υπουργείο και έχει κοινοποιηθεί στον υπουργό Υγείας και αναμένουμε τις επόμενες εβδομάδες θετικές εξελίξεις», προσθέτει ο κ. Τούτουζας.
«Τέλος ιδιαίτερα σημαντική θεωρούμε ότι είναι η θεσμοθέτηση της Καρδιακής Αποκατάστασης μετά από έμφραγμα του Μυοκαρδίου και μείζονες επεμβάσεις όπως by pass, TAVI κ.ά. Θα πρέπει οι ασθενείς -μετά την νοσηλεία τους- να υποβάλλονται σε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα αποκατάστασης, με συμμετοχή εξειδικευμένων στο αντικείμενό τους ιατρών αλλά και φυσικοθεραπευτών, με στόχο μια ολιστική αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας τους» επισημαίνει ο πρόεδρος της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας.