Θεσσαλονίκη: Ο Κάφκα «αναβιώνει» μέσα από το μουσικό perfomance «Το Κτίσμα»

Σε έναν ηχητικό λαβύρινθο, οδηγεί το κοινό η φωνή της Σαβίνα Γιαννάτου, ενώ τη μουσική σύνθεση υπογράφει ο Θύμιος Ατζακάς

- Newsroom

Τι συμβαίνει όταν ένας εσωτερικός μονόλογος μετατρέπεται σε κάτι που δεν διαβάζεται αλλά ακούγεται και βιώνεται; Tι μορφή μπορεί να πάρει ο φόβος όταν αποκτήσει φωνή, σώμα και ήχο; Απαντήσεις επιχειρεί να δώσει η μουσική περφόρμανς «Το Κτίσμα», βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Φραντς Κάφκα, που έρχεται στη Θεσσαλονίκη με σκοπό να μετατρέψει ένα από τα πιο σκοτεινά κείμενα του συγγραφέα σε μια ζωντανή σκηνική εμπειρία.

Σε έναν ηχητικό λαβύρινθο, όπου λέξεις, αναπνοές και ψίθυροι εναλλάσσονται και διαλύονται, οδηγεί το κοινό η φωνή της Σαβίνα Γιαννάτου, ενώ τη μουσική σύνθεση υπογράφει ο Θύμιος Ατζακάς, ο οποίος είχε και την αρχική ιδέα της μεταφοράς του έργου σε μια σκηνική συνθήκη ήχου. Όπως εξηγεί, η γνωριμία του με το συγκεκριμένο κείμενο ήρθε σχετικά αργά, σε αντίθεση με τη γενικότερη σχέση του με τον Κάφκα, όμως αποδείχθηκε καθοριστική.

«Το συγκεκριμένο κείμενο άργησε να μεταφραστεί διότι είναι ένα λιγότερο γνωστό και ημιτελές έργο. Ωστόσο με συναρπάζει για τον τρόπο με τον οποίο περιγράφει τον ήχο με απίστευτη ακρίβεια», αναφέρει ο μουσικός Θύμιος Ατζακάς, συνιδρυτής του Μουσικού Χωριού και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.

«Επειδή πρόκειται για έναν μονόλογο με ένα πλάσμα που ζει υπογείως και δημιουργεί συνεχώς σενάρια κινδύνου, κάποια στιγμή εμφανίζεται μια έμμονη ιδέα: ότι ακούγονται ήχοι από διαφορετικές αποστάσεις και ο Κάφκα αρχίζει να περιγράφει με λεπτομέρεια την υφή, τη διάρκεια και τη συχνότητά τους», προσθέτει.

   Η ιδιαίτερη αυτή σχέση του κειμένου με την ακρόαση αποτέλεσε τη βάση για τη μουσική επεξεργασία της παράστασης. Ο συνθέτης σημειώνει ότι ο στόχος δεν ήταν απλώς να «ντύσει» ηχητικά το έργο, αλλά να δημιουργήσει μια συνθήκη, όπου ο θεατής θα το βιώνει από μέσα, σαν να βρίσκεται ο ίδιος στον λαβύρινθο του ήρωα. «Ένας βασικός άξονας της παράστασης είναι η τετραφωνία. Το κοινό περιβάλλεται από τέσσερις ανεξάρτητες ηχητικές πηγές, μπροστά και πίσω, με αποτέλεσμα κάθε θεατής να βιώνει διαφορετικά αυτό που συμβαίνει», λέει ο κ. Ατζακάς. «Αυτό δημιουργεί μια σχεδόν ψευδαισθητική κατάσταση, όπου μικρές λεπτομέρειες και ήχοι φαίνεται να προέρχονται από άγνωστα σημεία, ενισχύοντας την αίσθηση εγκλεισμού που υπάρχει στο έργο», επισημαίνει.

   Παράλληλα, σημαντικό ρόλο έχουν τα βινύλια που χρησιμοποιεί ο ίδιος ζωντανά επί σκηνής, κυρίως εθνογραφικές ηχογραφήσεις πεδίου από διάφορα μέρη του κόσμου. Όπως εξηγεί, οι ήχοι αυτοί μετασχηματίζονται σε πραγματικό χρόνο, ενώ τα ίδια τα βινύλια λειτουργούν και ως σύμβολα μνήμης, σε αντιδιαστολή με την άυλη ψηφιακή πληροφορία. Με αυτόν τον τρόπο, το έργο συνδέεται και με την ιδέα του εγκεφάλου ως μηχανισμού που κατασκευάζει την πραγματικότητα.

   Η παράσταση ενσωματώνει επίσης προβολές, σώμα και φυσικά υλικά, δημιουργώντας μια πολυεπίπεδη σκηνική εμπειρία. Αν και υπάρχει μια σαφής μουσική δομή, αφήνεται χώρος για μετατοπίσεις και μεταμορφώσεις, ενώ στο δεύτερο μέρος ο λόγος υποχωρεί, δίνοντας τη θέση του σε μια πιο σωματική έκφραση.

         Φωτογραφία: Αrtree, Mουσικό Χωριό 2026
Φωτογραφία: Αrtree, Mουσικό Χωριό 2026

Η Σαβίνα Γιαννάτου συμμετέχει με φωνή, με σώμα και αυτοσχεδιασμό

Στο κέντρο αυτής της σκηνικής σύνθεσης βρίσκεται η Σαβίνα Γιαννάτου, η οποία μεταφέρει το κείμενο μέσα από μια πολυεπίπεδη φωνητική performance. Η συνεργασία της με τον συνθέτη προέκυψε μέσα από μια μακρόχρονη σχέση εμπιστοσύνης, με τον ίδιο να έχει ήδη διαμορφώσει ένα σαφές μουσικό πλαίσιο.

   «Ο Θύμιος είχε εξαρχής την ιδέα και έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο για το πώς θα μπορούσε να εκφραστεί μουσικά ο λόγος. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν το πώς θα συνδυάσω τον καφκικό λόγο με τον αυτοσχεδιασμό, κάτι που δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι λειτουργεί», τονίζει η Σαβίνα Γιαννάτου, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. «Για μένα ήταν μια πολύ δημιουργική διαδικασία, γιατί ανακάλυψα νέους τρόπους έκφρασης μέσα από αυτή την performance», συμπληρώνει.

   Η ίδια προσεγγίζει το κείμενο με έναν άμεσο και ενστικτώδη τρόπο, αφήνοντας τον αυτοσχεδιασμό να επηρεάσει τον ρυθμό και την ένταση της φωνής. Στην παράσταση διαβάζει, μιλά, τραγουδά και κινείται, δημιουργώντας ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο ηχητικό τοπίο. «Ο λόγος του Κάφκα εδώ είναι σχεδόν παραληρηματικός. Όταν μπαίνεις σε αυτή τη συνθήκη, αλλάζει ο τρόπος που εκφέρεις τις λέξεις, γιατί το πλάσμα ζει μέσα στον φόβο και την αγωνία», σημειώνει υπογραμμίζοντας ότι «μέσα από τον αυτοσχεδιασμό προκύπτουν πράγματα που δεν μπορείς να προβλέψεις και αυτό επηρεάζει τα πάντα, από το ψίθυρο μέχρι την ένταση της φωνής».

   Η ανταπόκριση του κοινού στις πρώτες παραστάσεις στην Αθήνα υπήρξε έντονη, με διαφορετικές αναγνώσεις και αντιδράσεις, κάτι που οι δημιουργοί θεωρούν αναμενόμενο για ένα έργο με τόσο πυκνό υλικό. Στη Θεσσαλονίκη, η παράσταση παρουσιάζεται στο Θέατρο Αμαλία στις 22, 23 και 24 Απριλίου, σε έναν διαφορετικό χώρο που επηρεάζει ουσιαστικά την εμπειρία και όπως λένε οι συντελεστές «κάθε παρουσίαση αποτελεί μια διαφορετική εκδοχή του ίδιου έργου».

Loader
ESPA