Σοφία Ζαχαράκη στη «ΜτΚ»: Δημιουργούμε εργαλεία που ενισχύουν το δημόσιο σχολείο

Το υψηλότερο ποσό της τελευταίας δεκαετίας κατέβαλαν σε φροντιστηριακή εκπαίδευση τα ελληνικά νοικοκυριά το ’23

Από το 2021 μέχρι το 2023, η δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών για φροντιστήρια γενικής εκπαίδευσης εκτινάχθηκε κατά 35,7% σε πραγματικές τιμές, όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα της τριετούς έρευνας που εκπόνησε το Κέντρο Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ, με τη συμβολή της Metron Analysis.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 2023 αποτέλεσε χρονιά-φωτιά για τα ελληνικά νοικοκυριά που δαπάνησαν για υπηρεσίες οργανωμένων φροντιστηρίων γενικής εκπαίδευσης (όχι για ιδιαίτερα μαθήματα) 614 εκατ. ευρώ, δίχως να υπολογίζονται οι επίσημες δαπάνες που καταβάλλει το κράτος μέσω της φορολογίας για υπηρεσίες εκπαίδευσης. Η έρευνα που ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του ’24, έγινε σε εκπαιδευτικούς-ιδιοκτήτες φροντιστηρίων, γονείς, νέους-πρώην μαθητές φροντιστηρίων, καθώς και σε εκπαιδευτικούς που εργάζονται στα φροντιστήρια.

Οι απόψεις των γονέων και των νέων για τον κύριο ρόλο των φροντιστηρίων σχεδόν ταυτίζονται, με έναν στους τρεις να θεωρεί πως ο βασικός ρόλος των φροντιστηρίων γενικής παιδείας είναι να καλύπτουν την αδυναμία του σχολείου να βοηθήσει τα παιδιά για τις πανελλήνιες εξετάσεις ή να διδάξει με επάρκεια τα μαθήματα γενικής παιδείας. Ως προς τη σχέση του φροντιστηρίου με το σχολείο, τόσο οι γονείς (39%) όσο και οι νέοι (37%) αντιλαμβάνονται τα φροντιστήρια κυρίως ως εκπαίδευση συμπληρωματική προς το σχολείο, ενώ θεωρούν ότι ο ρόλος τους ενισχύεται ειδικά ως προς την είσοδο στο πανεπιστήμιο (21% των γονέων και 31% των νέων). Ωστόσο, εμφανίζεται και ένα σημαντικό ποσοστό που θεωρεί πως το φροντιστήριο υποκαθιστά το σχολείο (ένας στους πέντε γονείς και ένας στους τέσσερις νέους).

Οι γονείς (62%) και οι νέοι (55%) θεωρούν την κάλυψη των κενών του σχολείου ως την κύρια ανάγκη που καλύπτουν τα φροντιστήρια γενικής παιδείας, ενώ η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο εμφανίζεται ως δευτερεύουσα ανάγκη και για τις δύο ομάδες, ωστόσο, πιο έντονη για τους γονείς (41%) απ’ ό,τι για τους νέους (32%). Η δεύτερη κύρια ανάγκη που αναδεικνύουν οι νέοι είναι η σωστή εκπαίδευση στα μαθήματα γενικής παιδείας σε ποσοστό 37%, ενώ οι γονείς την κατατάσσουν χαμηλότερα (33%). Επίσης, ένας στους τρεις γονείς ή νέους θεωρεί πως μία βασική ανάγκη που έρχεται να καλύψει το φροντιστήριο είναι η σωστή οργάνωση του χρόνου και της μελέτης, καθώς και η εξοικείωση με τη διαδικασία των εξετάσεων και τη διαχείριση του άγχους.

Εκτίναξη δαπανών

Από το 2021 μέχρι το 2023, η δαπάνη για φροντιστήρια εκτινάχθηκε κατά 35,7% σε πραγματικές τιμές. Την περίοδο 2013-2021, οι δαπάνες για φροντιστήρια ακολούθησαν πτωτική πορεία (-18,8% σε σταθερές τιμές), ενώ το 2022 σημείωσαν απότομη αύξηση κατά 30,2% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η εξέλιξη αυτή φαίνεται να συνδέεται με την αυξημένη ζήτηση για πρόσθετη εκπαιδευτική υποστήριξη μετά την περίοδο της πανδημίας.

Το 2023, οι δαπάνες για φροντιστήρια κατανεμήθηκαν ως εξής: Το 4,2% αφορούσε την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, το 94,6% Τη δευτεροβάθμια και το 1,2% την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Η κατανομή αυτή αντικατοπτρίζει τη σταθερά αυξημένη ζήτηση για φροντιστηριακή υποστήριξη στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, ιδίως στο πλαίσιο της προετοιμασίας για τις πανελλαδικές εξετάσεις.

Παρά το μικρό μερίδιο που αντιστοιχεί στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, οι σχετικές δαπάνες έχουν τετραπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία: Από 6,1 εκατ. ευρώ το 2013 σε 26,1 εκατ. ευρώ το 2023. Η εντυπωσιακή αυτή αύξηση αποδίδεται κυρίως στην πρόσφατη εξάπλωση των κέντρων μελέτης και υποστήριξης για μαθητές δημοτικού. Μόνο την τελευταία διετία, η δαπάνη για την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση αυξήθηκε κατά 38%. Η Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση συγκεντρώνει το συντριπτικό ποσοστό των δαπανών (580,8 εκατ. ευρώ το 2023). Η κατηγορία αυτή, ενώ παρουσίαζε φθίνουσα πορεία έως το 2021 (-20,5% από το 2013), τα δύο τελευταία έτη σημείωσε ισχυρή αύξηση (+35,5%). Οι δαπάνες για φροντιστήρια Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης παραμένουν σταθερά χαμηλές (7,2 εκατ. ευρώ), με σχετική στασιμότητα σε όλη τη δεκαετία, αν και την τελευταία διετία καταγράφεται αύξηση 43%.

zaxaraki-1k6N6.jpg

Σοφία Ζαχαράκη: Δημιουργούμε εργαλεία που ενισχύουν το δημόσιο σχολείο

Το υπουργείου Παιδείας, με σκοπό να διασφαλίσει ότι κάθε παιδί, ανεξαρτήτως τόπου διαμονής ή κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, έχει πρόσβαση σε ποιοτική εκπαιδευτική υποστήριξη, ενισχύοντας στην πράξη την ισότητα ευκαιριών έχει θεσμοθετήσει από τον Σεπτέμβριο του '24, το ψηφιακό φροντιστήριο. Σε ζωντανή μετάδοση από στούντιο που υπάρχει στο υπουργείο Παιδείας, καθηγητές του Δημοσίου παραδίδουν δωρεάν μαθήματα της Γ’ λυκείου. Μέχρι σήμερα έχουν παρακολουθήσει τα μαθήματα περίπου 310.000 μαθητές και μαθήτριες.

Με δήλωσή της στη «ΜτΚ» η Σοφία Ζαχαράκη, υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού σημειώνει: «Η δημόσια εκπαίδευση οφείλει να δίνει πραγματικές ευκαιρίες και ουσιαστικές επιλογές σε κάθε παιδί, όπου κι αν ζει, ανεξάρτητα από το εισόδημα της οικογένειάς του. Αυτή είναι η δέσμευση της κυβέρνησης και αυτό ακριβώς υπηρετεί το ψηφιακό φροντιστήριο. Μία σημαντική συλλογική κατάκτηση για το εκπαιδευτικό μας σύστημα, που έχει ‘ριζώσει’. Μέχρι σήμερα περίπου 310.000 μαθητές και μαθήτριες έχουν συνδεθεί για να παρακολουθήσουν ζωντανά μαθήματα, ενώ έχουν πραγματοποιηθεί 6.400 ώρες διδασκαλίας, σε 45 πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα για τα Γενικά, τα Επαγγελματικά και τα Ενιαία Ειδικά Επαγγελματικά Λύκεια.

Αριθμοί που αποδεικνύουν, ότι το δημόσιο σχολείο ήδη αξιοποιεί την τεχνολογία για να σταθεί ουσιαστικά δίπλα στους μαθητές και στις οικογένειές τους. Γνωρίζουμε καλά, ότι η ελληνική οικογένεια επενδύει τεράστιους πόρους και θυσίες στην εκπαίδευση των παιδιών της. Η πραγματικότητα των εξωσχολικών φροντιστηρίων είναι γνωστή σε όλους μας και δεν αλλάζει από τη μία μέρα στην άλλη με ευχολόγια. Γι’ αυτό ο ρόλος της Πολιτείας δεν μπορεί να είναι απλώς παρατηρητικός. Δημιουργούμε εργαλεία που ενισχύουν το δημόσιο σχολείο και προσφέρουν ποιοτική, δωρεάν υποστήριξη σε κάθε μαθητή. Αυτό ακριβώς είναι το ψηφιακό φροντιστήριο: Ένα σύγχρονο εργαλείο ισότητας ευκαιριών. Μετά το Πάσχα ξεκινούν τα ζωντανά μαθήματα επαναλήψεων για τους υποψηφίους των Πανελλαδικών εξετάσεων, ενώ το εκπαιδευτικό υλικό εμπλουτίζεται διαρκώς.

Και προχωρούμε ακόμη ένα βήμα μπροστά: από τη νέα σχολική χρονιά τα live μαθήματα θα επεκταθούν και στην Α’ και τη Β’ λυκείου, ώστε η υποστήριξη των μαθητών να ξεκινά νωρίτερα και πιο οργανωμένα. Παράλληλα, ασύγχρονο υλικό είναι ήδη διαθέσιμο για μαθητές από την Ε’ δημοτικού έως και τη Γ’ λυκείου. Καλώ τους μαθητές και τις μαθήτριές μας να δώσουν μία ευκαιρία στο ψηφιακό φροντιστήριο. Εκεί θα βρουν ποιοτικό παιδαγωγικό υλικό, σύγχρονη διδασκαλία και ένα ακόμη στήριγμα στην προσπάθειά τους. Ο στόχος είναι ξεκάθαρος: Ένα δημόσιο σχολείο σύγχρονο και δίκαιο, που στηρίζει έμπρακτα όλους τους μαθητές και ανακουφίζει την ελληνική οικογένεια».

Φροντιστήρια VS ιδιαίτερα

Τα φροντιστήρια, σύμφωνα με την έρευνα του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ, αντιπροσωπεύουν κατά μέσο όρο το 52,3% της συνολικής ιδιωτικής εκπαιδευτικής δαπάνης των νοικοκυριών και αντιστοιχούν στο 9% της συνολικής τους καταναλωτικής δαπάνης, έναντι 7,5% το 2013. Για ιδιαίτερα μαθήματα το ’23 τα ελληνικά νοικοκυριά δαπάνησαν συνολικά 257 εκατ. ευρώ εκ των οποίων το 13,9% αφορούσε την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και το 86,1% τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Η μέση οικογενειακή μηνιαία δαπάνη για τα φροντιστήρια ανέρχεται σε 180 ευρώ, με έντονη ανισότητα: Το φτωχότερο 25% δαπανά κάτω από 70 ευρώ, ενώ το πλουσιότερο 25% περισσότερα από 250 ευρώ μηνιαίως. Τα νοικοκυριά με μηνιαίο εισόδημα έως 750 ευρώ διαθέτουν για φροντιστήρια το 24,1% του ετήσιου εισοδήματός τους, έναντι μόλις 3,3% στις υψηλότερες εισοδηματικές τάξεις.

Όπως και στην περίπτωση της φροντιστηριακής εκπαίδευσης, έτσι και για τα ιδιαίτερα μαθήματα η μέση μηνιαία δαπάνη το 2023 διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού. Τα νοικοκυριά με ένα παιδί καταγράφουν μέση δαπάνη 166,8 ευρώ, με δύο παιδιά 128,6 ευρώ, ενώ για τρία ή περισσότερα παιδιά η δαπάνη περιορίζεται στα 62,6 ευρώ, υποδεικνύοντας τις δυσκολίες κάλυψης εξατομικευμένης υποστήριξης σε μεγαλύτερες οικογένειες. Αντίθετα, οι μονογονεϊκές οικογένειες καταγράφουν υψηλή μέση δαπάνη (238,7 ευρώ), αξιοποιώντας συχνά τα ιδιαίτερα μαθήματα ως στρατηγικό μέσο ενίσχυσης. Οι οικογένειες με παιδί/παιδιά στη Μεταδευτεροβάθμια ή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση καταγράφουν δαπάνη 251,0 ευρώ, πιθανώς λόγω ιδιαίτερων για επαναληπτική προετοιμασία στις πανελλαδικές εξετάσεις.

Το 2023 η συνολική δαπάνη για εξωσχολική υποστήριξη ανήλθε στα 871 εκατ. ευρώ, το υψηλότερο ποσό που έχει καταγραφεί την τελευταία δεκαετία. Από το ποσό αυτό το 70% αφορά τα φροντιστήρια και το 30% τα ιδιαίτερα μαθήματα.

«Το σχολείο δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες»

Η Μ.Κ. είναι δασκάλα σε δημοτικό σχολείο της Θεσσαλονίκης και μητέρα δίδυμων κοριτσιών που φοιτούν στη Β’ Λυκείου, δημόσιου σχολείου. Το κόστος των ιδιαίτερων μαθημάτων που παρακολουθούν τα παιδιά στα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα ανέρχεται σε 800 ευρώ μηνιαίως, με το έξοδο αυτό να καταλαμβάνει το 30% του προϋπολογισμού της μονογονεϊκής οικογένειας. Η ανάγκη για εξωσχολική ενίσχυση των παιδιών της ξεκίνησε από το γυμνάσιο, με την ίδια να μεταφέρει στη «ΜτΚ» πως «το σχολείο δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες των παιδιών. Υπάρχουν επαγγελματίες που κάνουν πολύ σωστά τη δουλειά τους αλλά δυστυχώς, υπάρχουν και εκπαιδευτικοί που εμφανίζουν μία κούραση και αδυνατούν να δώσουν το 100%, ειδικότερα στο γυμνάσιο και στο λύκειο» λέει εξηγώντας πως στις μεγαλύτερες τάξεις εντοπίζεται μία αποξένωση, λόγω και του επιπρόσθετου φόρτου εργασίας των εκπαιδευτικών (επιμορφώσεις, αξιολόγηση, κ.ά.).

«Τα ίδια τα παιδιά τώρα, ιδίως στην εφηβεία, είναι δύσκολα αντιμετωπίσιμα σε μία τάξη με 20 και 25 παιδιά» συμπληρώνει. Περιγράφει ότι στις μεγαλύτερες τάξεις, «δυστυχώς, οι μαθητές δεν δείχνουν κανένα ενδιαφέρον για όσα μαθήματα δεν έχουν βαρύτητα στις Πανελλαδικές, ανάλογα με τα επιστημονικά πεδία που τους ενδιαφέρουν». Στο γιατί ιδιαίτερα και όχι φροντιστήριο εξηγεί πως «σε αυτές τις ηλικίες η διάσπαση προσοχής είναι έντονη και επιδεινώνεται από τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Έτσι, θεώρησα ότι θα αποδώσουν καλύτερα, με ιδιαίτερα μαθήματα».

Στα βαθιά από τα νήπια

Βαθιά το χέρι στην τσέπη καλούνται να βάλουν οι γονείς από την πρώτη κιόλας επαφή των παιδιών τους με το σχολείο. Ο Αλέξης Γουσόπουλος, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Γονέων και Κηδεμόνων Κεντρικής Μακεδονίας, μεταφέρει στη «ΜτΚ» πως οι λίστες που δίνονται στους γονείς με τα απαραίτητα που πρέπει να προμηθευτούν ξεκινούν ήδη από τα νήπια. Η φροντιστηριακή δε δαπάνη αρχίζει από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού για την ενίσχυσή τους σε ξένες γλώσσες προκειμένου να μπορέσουν να λάβουν την πιστοποίηση. «Η ξένη γλώσσα που διδάσκονται στο δημοτικό συνεπάγεται φροντιστήρια από τη δεύτερη χρονιά φοίτησής τους, με το κόστος να φτάνει τα 500 ευρώ/χρόνο. Όσο αυξάνονται τα έτη αυξάνεται φυσικά και το κόστος. Από εκεί και πέρα υπάρχει το κόστος των αθλητικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων και φυσικά, στις τάξεις γυμνασίου και λυκείου έχουμε τα αυξανόμενα κόστη των φροντιστηρίων που είναι προαπαιτούμενα για την προετοιμασία των Πανελλαδικών. Βασικές ανάγκες που θα μπορούσαν να καλυφθούν από τα σχολεία, δεν καλύπτονται με αποτέλεσμα τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα να αποτελούν μονόδρομο». Τονίζει πως πλέον παρατηρείται έντονα, πολλοί γονείς να κάνουν και δεύτερη δουλειά προκειμένου να παρέχουν το καλύτερο δυνατό στα παιδιά τους. «Ο ένας μισθός πλέον δεν φτάνει, έτσι προχωρούν και σε περικοπές των εξωσχολικών δραστηριοτήτων, οι οποίες βέβαια θα μπορούσαν να καλύπτονται από το σχολείο αλλά και σε επίπεδο Δήμων, είτε δωρεάν είτε με χαμηλό αντίτιμο».

Οι προτάσεις

Σύμφωνα με τα συμπεράσματά της έρευνας του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ, το φροντιστήριο έρχεται να αναπληρώσει τα κενά του εκπαιδευτικού συστήματος προσφέροντας πλήθος υπηρεσιών που μπορούν να καλύψουν εκπαιδευτικές, ψυχολογικές αλλά και κοινωνικές ανάγκες του μαθητικού πληθυσμού. Η οικονομική, ωστόσο, επιβάρυνση στο μηνιαίο εισόδημα των νοικοκυριών, όπως και οι δύσκολες εργασιακές συνθήκες που επικρατούν στα φροντιστήρια (συγκριτικά με το δημόσιο σχολείο), κάνουν πολλούς γονείς και εκπαιδευτικούς που συμμετείχαν στην έρευνα να το χαρακτηρίζουν ως «παραπαιδεία» και να προτείνουν την υιοθέτηση της ενισχυτικής εκπαίδευσης εντός του σχολικού πλαισίου με προσλήψεις νέων/αδιόριστων εκπαιδευτικών, αποβλέποντας έτσι στη βελτίωση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος με τρόπο πρακτικό και ουσιαστικό. Αντίστοιχες είναι και οι προτάσεις για τη βελτίωση του ολοήμερου σχολείου, το οποίο, κατά γενική ομολογία, θα έπρεπε να προσφέρει «μελέτη» και όχι απλή φύλαξη.

Από την άλλη, οι εμπειρογνώμονες του κλάδου και οι φορείς εκπροσώπησης, διαβλέποντας ότι τα μέτρα που υιοθετούνται στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής πολιτικής της χώρας επιτείνουν την ανάγκη του φροντιστηρίου τονίζουν τη σημασία της διασφάλισης, αφενός, θεσμικών εγγυήσεων για τους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι κατά τη θεώρησή τους αποτελούν και τον καθοριστικότερο παράγοντα ποιότητας των φροντιστηρίων, και, αφετέρου, την εγκαθίδρυση κανονιστικού πλαισίου λειτουργίας του θεσμού, όπου αυτό είναι απαραίτητο. Υπό το πρίσμα αυτό, σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας, θα ήταν σημαντικό να διερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι για τους οποίους οι προσπάθειες της ενισχυτικής διδασκαλίας στο πλαίσιο του ελληνικού σχολείου έχουν αποτύχει, ώστε να γίνουν οι απαιτούμενες διορθωτικές μεταρρυθμίσεις και να καταστεί δυνατό να υποστηριχθούν και τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, ενώ μέτρα όπως η φοροαπαλλαγή σε εκπαιδευτικές-φροντιστηριακές δαπάνες κρίνονται επιβεβλημένα προς αυτή την κατεύθυνση.

*Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 5/4/2026

Loader
ESPA