Σεμίνα Διγενή στη «ΜτΚ»: Μόνο οι απείθαρχοι είναι τελικά αυτοί που πάντα άλλαζαν τον κόσμο μας

Παρουσιάζει το βιβλίο της στη Θεσσαλονίκη και μιλά για τους αρχιτέκτονες της αφύπνισης, τις πολλαπλές ιδιότητές της, τη δημοσιογραφία

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google

Λίγοι είναι οι συγγραφείς που τολμούν να στήσουν ένα σύμπαν τόσο παράδοξο όσο ο ουρανοξύστης της Σεμίνας Διγενή. Ένα κτίριο που αναπνέει, όπου ο χρόνος έχει διαταραχτεί και τα έπιπλα παθαίνουν κρίσεις άγχους, γίνεται το σκηνικό για ένα ξεχωριστό σχέδιο: Την παροχή ψυχολογικής υποστήριξης σε ενοίκους που έχουν «δραπετεύσει» από την Ιστορία. Ποιητές, σταρ, φιλόσοφοι, επιστήμονες και επαναστάτες συνυπάρχουν στους ορόφους του, φλερτάροντας με τη λήθη και την αφύπνιση.

Η παρουσίαση της εμπλουτισμένης επανέκδοση του βιβλίου της «Η τέχνη του να μην πεθάνεις - Οι Απείθαρχοι» (Εκδόσεις Άνεμος) θα γίνει στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Βιβλίου Θεσσαλονίκης.

Όταν ο συγγραφέας μπαίνει στον ρόλο «Θεός»

Η ιδέα ενός τέτοιου ουρανοξύστη, όπου προσωπικότητες από διαφορετικές εποχές συνυπάρχουν, μοιάζει βγαλμένη από ένα ονειρικό, σουρεαλιστικό τοπίο. Για τη Σεμίνα Διγενή, ήταν κάτι παραπάνω από απλή ιδέα: «Αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ένα πείραμα στη σκηνοθεσία, αλλά και μία απόπειρα να μπω για λίγο, στον ρόλο αυτού που λέγεται ‘Θεός’, αυτού που κάνει ό,τι θέλει, με όποιους θέλει». Η έμπνευση ήρθε εντελώς ξαφνικά, λίγο πριν την πανδημία. «Όταν τελείωσε η συγγραφή αυτού του παράξενου εγκλεισμού των 100 προσωπικοτήτων σ’ έναν πύργο, προέκυψε συμπτωματικά και ο κανονικός εγκλεισμός», τονίζει.

Σε αυτόν τον ζωντανό πύργο, «επιστράτευσα κάποιους δραπέτες της Ιστορίας, κάποια εμβληματικά πρόσωπα της τέχνης, της φιλοσοφίας και της επιστήμης, που ένιωθα πως δεν έχουμε τελειώσει μαζί τους». Η συγγραφέας τούς «ανέστησε» και τους έβαλε να συναντηθούν, δίνοντάς τους ακόμα και τη δυνατότητα «επιλογής εποχής στα διαμερίσματά τους». Το αποτέλεσμα έδωσε κάτι μοναδικό: «Νομίζω πως προέκυψαν κάποιες εξαίσιες στιγμές από αυτές τις αλλόκοτες ‘διαμονές’ και ‘συναντήσεις’, αλλά και από το παιχνίδι μου μαζί τους. Απόλαυσα πραγματικά μερικές από τις πιο ανορθόδοξες συνευρέσεις, όπως αυτές του Βέγγου με τον Σαραμάγκου, του Αϊνστάιν με τη Γουάινχάουζ και τον Χόκινγκ, της Νίνου με τη Μονρόε, του Μπαρτ και της Κοτοπούλη, του Λένιν και της Έλλης Αλεξίου, της Ντίτριχ με την Τέιλορ, του Μπόουι με τη μαμά του κ.ά.». Η παρέα της μαζί τους ήταν πολύ... ζωντανή και σαγηνευτική. «Νομίζω πως, τελικά, τους υπηρέτησα με πολλή τρυφερότητα και κανάκεμα, ε... και με λίγο φλερτ με τον Μπόουι και τον Κομπέϊν!». Το συμπέρασμα είναι αφοπλιστικά ειλικρινές: «Αν και νόμιζα πως ο συγγραφέας είναι ένας μικρός θεός, που κάνει ό,τι θέλει, στη δική μου περίπτωση μάλλον έκανα ό,τι ήθελαν αυτοί».

Η μνήμη: Το προσκλητήριο της αλήθειας

Στους ορόφους του ουρανοξύστη, η μνήμη είναι ο ισχυρότερος κάτοικος, λειτουργώντας άλλοτε ως πεδίο σύγκρουσης και άλλοτε ως οδός απελευθέρωσης. «Την τοποθετώ στο κέντρο», εξηγεί η συγγραφέας, «γιατί αυτό υπαγόρευσαν από τις πρώτες σελίδες οι ένοικοι των ορόφων της εντροπίας, του επανασχεδιασμού, των τραυμάτων, των αυτοκτονιών, του τίποτε, του παιδικού εαυτού, των πειραμάτων, μέχρι και αυτοί του Ρετιρέ της Λήθης, εκεί που πάνε να εξαγνιστούν από επώδυνες ή τοξικές αναμνήσεις». Στο Ρετιρέ της Λήθης, ένα «παντοδύναμο detox, διαλύει βασανιστικές λύπες διαρκείας, απομακρύνει νεκρά κύτταρα ενοχών και επουλώνει ματωμένες ραγάδες αναμνήσεων», λέει η Σεμίνα Διγενή. Η ίδια διατηρεί μία διαφορετική στάση: «Αυτό, δεν είναι από τα αγαπημένα μου μέρη. Ακόμα και όταν γίνονται βουνό τα ‘εισερχόμενα’, αποφασίζω να μη σβήσω τίποτα. Αντίθετα αγοράζω συνεχώς χώρο, για να χωρέσουν όλα», υπογραμμίζει.

Το μάνιουαλ για να μην πεθάνεις

Ο τίτλος του βιβλίου, «Η τέχνη του να μην πεθάνεις», είναι μία πρόκληση που υπερβαίνει τη βιολογική έννοια του θανάτου, αγγίζοντας την αθανασία. «Νομίζω πως είναι πανεύκολο το να μην πεθάνουμε», υποστηρίζει εμφατικά η Σεμίνα Διγενή. «Στο βιβλίο παρουσιάζεται αναλυτικά το μάνιουαλ! Και μάλιστα με πολλές τσεκαρισμένες μεθόδους. Στο κεφάλαιο ‘Ή θ’ αγαπάτε ή θα φθαρείτε’ ο Τόμας Μαν, ο Φλομπέρ, η Αχμάτοβα, ο Βάρναλης κι η Μποβουάρ τα εξηγούν όλα καλύτερα».

Το τέλος, για την ίδια, δεν είναι παρά μια νέα αρχή: «Δεν πίστεψα ποτέ στη λέξη τέλος. Τα αποτυπώματα, τα ίχνη, οι σφραγίδες των ανθρώπων, δεν χάνονται». Το πραγματικό μυστικό βρίσκεται στην αρετή: «Το μυστικό είναι η καλοσύνη, η αλληλεγγύη και η δικαιοσύνη κι αυτές δεν απαιτούν αστερίσκους, όρους και προϋποθέσεις, μπορούν να συμβαίνουν καθημερινά, τροφοδοτώντας με δύναμη, αλλά και αθανασία αυτόν που τις προσφέρει». Ακόμα και τα «data μας με κάποιον τρόπο διασώζονται, αφού παρελθόν, παρόν και μέλλον υπάρχουν την ίδια στιγμή. Τα λέει κι ο Χόκινγκ αυτά, στη σελίδα 264».

Οι Απείθαρχοι: Οι αρχιτέκτονες της αφύπνισης

Το μυθιστόρημα κορυφώνεται με μία ανατροπή που κανείς δεν περιμένει. «Κάπου εκεί, στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, συμβαίνει αυτό που δεν περιμένει κανείς, όσο και αν όλα φαίνονταν πιθανά, μετά από τόσα σουρεαλιστικά συναπαντήματα». Η ανατροπή αυτή έρχεται όταν «όλοι συσπειρώνονται για μία τελεσίδικη απόφαση που θα πονέσει, αλλά τελικά μπορεί και να οδηγήσει την ανθρωπότητα στην αφύπνιση». Γιατί, όπως επισημαίνει η συγγραφέας, «μόνο οι απείθαρχοι είναι τελικά αυτοί που πάντα άλλαζαν τον κόσμο μας. Μόνο με απείθαρχους, επαναστάτες, ασυμβίβαστους και ονειροπόλους συμβαίνει ό,τι πρέπει να συμβεί. Και είναι καιρός να ξεκινήσουμε να σκεφτόμαστε με έναν νέο τρόπο».

Η τριπλή ταυτότητα: Ένας Διαρκής Διάλογος

Η Σεμίνα Διγενή, με την πολυσχιδή της πορεία ως δημοσιογράφος, συγγραφέας και πλέον πολιτικός, βιώνει μία διαρκή αλληλεπίδραση των ταυτοτήτων της. Πώς αλληλουχούν αυτές οι ιδιότητες; «Με χίλιους τρόπους κάτι τις στηρίζει, τις εμπνέει αλλά και τις προστατεύει από τις κακοτοπιές», τονίζει. Η δημοσιογραφία, για την ίδια, δεν περιορίζεται στην επικαιρότητα: «Δεν πίστεψα ποτέ άλλωστε, πως το πεδίο ενός δημοσιογράφου είναι περιορισμένο… Μην ξεχνάμε πως υπήρξαν σπουδαίοι δημοσιογράφοι με συγκλονιστικά λογοτεχνικά έργα, όπως ο Χέμινγουεϊ, ο Παπαδιαμάντης, ο Στάινμπεγκ, ο Μέιλερ, η Διδώ Σωτηρίου, ο Μαρκές, αλλά και ο Γιάννης Μαρής κ.ά.».

Τη γοητεύει η δημοσιογραφική λογοτεχνία, που εξελίσσεται συνεχώς. «Όταν μάλιστα αυτά τα δύο συστήματα γραφής συνδυάζονται σε σωστές δόσεις, πιστεύω πως προκύπτουν κείμενα βαθιάς κοινωνικής ευαισθησίας και λογοτεχνικής αξίας». Και καταλήγει με την πεποίθηση πως «ένας δημοσιογράφος-συγγραφέας ‘μπορεί’ να κάνει τη λογοτεχνία πιο... ενημερωμένη, και να αναζωογονήσει τη συμβατική δημοσιογραφία». Όσον αφορά την πολιτική, ο δημοσιογραφικός της εαυτός λειτουργεί ως «χρήσιμος σύμβουλος, που έχει ευαίσθητες κεραίες και γνωρίζει τους κανόνες των παιχνιδιών της εξουσίας».

Καθώς ο αναγνώστης κλείνει την τελευταία σελίδα του βιβλίου της Σεμίνας Διγενή, μένει με την αίσθηση ότι το τέλος είναι απλώς μία μεταβατική φάση. Ότι η μνήμη, όσο επώδυνη και αν είναι, μπορεί να αποτελέσει τον καταλύτη για την αφύπνιση. Και πως, τελικά, η αθανασία δεν είναι προνόμιο, αλλά μία τέχνη που γεννιέται. Μία απείθεια που αλλάζει κόσμους, όχι μόνο στους ορόφους ενός φανταστικού ουρανοξύστη, αλλά και στην ίδια την πραγματικότητα.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ 

Παραλία Θεσσαλονίκης

Κυριακή 28 Ιουνίου στις 20:00

*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 21.06.2026

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google
Loader
ESPA