Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσέ το στην Google- Newsroom
Σε περίοδο αυξημένης πίεσης βρίσκεται η ελληνική ρυζοκαλλιέργεια, με τους παραγωγούς να αντιμετωπίζουν ζητήματα όπως οι χαμηλές τιμές, το υψηλό κόστος παραγωγής και τον ανταγωνισμό από εισαγόμενα ρύζια τρίτων χωρών.
Την ίδια στιγμή, «το ελληνικό ρύζι παραμένει εξαγώγιμο προϊόν, με ισχυρό ποιοτικό αποτύπωμα», όπως τονίζει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Ελληνικού Ρυζιού, ΕΔΟΡΕΛ, Βασίλης Κουκουρίκης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα βασικά προβλήματα του κλάδου είναι οι χαμηλές τιμές παραγωγού, οι δυσκολίες στη φυτοπροστασία και η μειωμένη εμπορική κινητικότητα. Όπως αναφέρει, για ορισμένα φυτοπροστατευτικά προϊόντα δεν υπάρχουν κανονικές άδειες και οι παραγωγοί αναμένουν εγκρίσεις διάρκειας 120 ημερών, ώστε να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν ζιζάνια στην καλλιέργεια.
«Υπάρχουν καθυστερήσεις, δυστυχώς», σημειώνει ο κ. Κουκουρίκης, περιγράφοντας ένα ζήτημα που, όπως λέει, επηρεάζει τον προγραμματισμό των παραγωγών.
Η καλλιεργούμενη έκταση εμφανίζεται μειωμένη την εφετινή χρονιά. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του προέδρου της ΕΔΟΡΕΛ στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, από περίπου 310.000 στρέμματα πέρυσι, η καλλιέργεια μπορεί να περιοριστεί κοντά στα 220.000 στρέμματα, δηλαδή περίπου 30% χαμηλότερα. Με μέση απόδοση 800-900 κιλά το στρέμμα, η παραγωγή εκτιμάται ότι από περίπου 250.000 τόνους πέρυσι μπορεί να κινηθεί κοντά στους 200.000 τόνους φέτος.
Το ελληνικό ρύζι έχει έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό, με τον κ. Κουκουρίκη να επισημαίνει πως περίπου το 70% της παραγωγής κατευθύνεται στο εξωτερικό, κυρίως μέσω των μύλων, με αγορές στη Μέση Ανατολή και στην Ευρώπη.
Παρά την εξαγωγική διάσταση, η τιμή παραγωγού παραμένει σε χαμηλά επίπεδα. «Αυτή τη στιγμή πουλάμε 25 λεπτά το κιλό», αναφέρει ο ίδιος, ενώ τονίζει ότι, με βάση τα σημερινά δεδομένα κόστους, η καλλιέργεια είναι ιδιαίτερα πιεσμένη οικονομικά. Στα ενοικιαζόμενα χωράφια, όπως λέει, τα έξοδα φτάνουν περίπου τα 400 ευρώ το στρέμμα, ενώ τα έσοδα κινούνται περίπου στα 300 ευρώ.
Σε επίπεδο ενισχύσεων, ο κ. Κουκουρίκης αναφέρει ότι η βασική ενίσχυση για το ρύζι κινείται περίπου στα 23 ευρώ το στρέμμα, ενώ η συνδεδεμένη στα 30 ευρώ. Για το de minimis, σημειώνει ότι έχει υπάρξει δέσμευση για 70 ευρώ το στρέμμα και ότι αναμένεται η σχετική υπογραφή από το υπουργείο Οικονομικών.
Ο πρόεδρος της Διεπαγγελματικής θεωρεί ότι, για να διατηρηθεί η καλλιέργεια, χρειάζονται πρόσθετα εργαλεία στήριξης. Όπως αναφέρει, θα μπορούσε να εξεταστεί ενίσχυση μέσω μεγαλύτερης συνδεδεμένης ή μέσω αγροπεριβαλλοντικού μέτρου.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στις εισαγωγές ρυζιού από τρίτες χώρες. Σύμφωνα με τον ίδιο, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν προέρχεται μέχρι στιγμής από τη Mercosur, αν και εκτιμά ότι μπορεί να υπάρξει επίπτωση, αλλά από αδασμολόγητες εισαγωγές από χώρες όπως η Μιανμάρ, το Βιετνάμ και η Καμπότζη.
«Πολύ φθηνό ρύζι, αδασμολόγητο, ανταγωνίζεται το δικό μας και αναγκαστικά πέφτουν οι τιμές εδώ για να φύγει το προϊόν», σημειώνει.
Για τη Mercosur επισήμανε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι η συμφωνία προβλέπει ποσότητες έως 60.000 τόνους ετησίως, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να έχει προκαλέσει, όπως λέει, άμεση ζημιά στον ελληνικό κλάδο. Το ζήτημα των δασμών, προσθέτει, είναι ευρωπαϊκό και όχι μόνο εθνικό. Όπως υποστηρίζει, οι προηγούμενες προσπάθειες για αλλαγές στο καθεστώς εισαγωγών δεν απέδωσαν, καθώς επικράτησε η θέση χωρών που θέτουν ως όριο ενεργοποίησης μέτρων τους 600.000 τόνους εισαγωγών στην Ευρώπη.
Παράλληλα, ο κ. Κουκουρίκης ζητά εντατικότερους ελέγχους στα εισαγόμενα ρύζια τρίτων χωρών. Όπως υποστηρίζει, οι διαφορές τιμών με τρίτες χώρες είναι μεγάλες και επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα των Ελλήνων παραγωγών.
Στο ερώτημα αν υπάρχουν θετικά στοιχεία για το ελληνικό ρύζι, ο πρόεδρος της Διεπαγγελματικής στέκεται στην ποιότητα. «Έχουμε την καλύτερη ποιότητα σε όλη την Ευρώπη και το πιο νόστιμο ρύζι», αναφέρει, σημειώνοντας όμως ότι στην αγορά συχνά προηγείται η τιμή. Όπως λέει, φέτος κινήθηκε πρώτα η φθηνότερη ποικιλία και στη συνέχεια οι ακριβότερες.
Η εικόνα στην παραγωγική βάση δείχνει επίσης μεταβολές. Ο κ. Κουκουρίκης εκτιμά ότι στην περιοχή έχει αποχωρήσει από την καλλιέργεια περίπου το 20%-25% των παραγωγών, ενώ 10%-15% των εκτάσεων έχουν μείνει ακαλλιέργητες.
«Υπάρχει απογοήτευση στον αγροτικό κόσμο», αναφέρει καταλήγοντας ότι η επόμενη περίοδος θα είναι κρίσιμη για το αν η καλλιέργεια θα μπορέσει να συγκρατήσει παραγωγούς και εκτάσεις.
Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσέ το στην Google