Το αποστολικό ανάγνωσμα από τις Πράξεις των Αποστόλων (6:1-7) της σημερινής Κυριακής των Μυροφόρων αναδεικνύει μία κρίσιμη στιγμή στη ζωή της πρώτης Εκκλησίας: την εμφάνιση εσωτερικών δυσκολιών και την ταυτόχρονη ωρίμανση της αποστολής της. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ξεχωρίζει η φράση «ο λόγος του Θεού αυξανόταν» (Πράξ. 6:7). Δεν πρόκειται απλώς για αριθμητική αύξηση των πιστών, αλλά για δυναμική εξάπλωση της ζωοποιού αλήθειας του Ευαγγελίου στον κόσμο.
Η Εκκλησία, ήδη από τα πρώτα της βήματα, καλείται να διαχειριστεί πρακτικά ζητήματα χωρίς να χάσει τον προσανατολισμό της. Η διαμαρτυρία των Ελληνιστών για την παραμέληση των χηρών τους οδηγεί τους Αποστόλους στην εκλογή των επτά διακόνων και, έτσι, σε σοφή διάκριση καθηκόντων: «Εμείς θα αφοσιωθούμε στην προσευχή και στη διακονία (υπηρεσία) του λόγου.» (Πράξ. 6:4). Η Εκκλησία οργανώνεται χωρίς να αποδυναμώνεται η κεντρική της αποστολή, που είναι η διάδοση του λόγου του Θεού.
Η «αύξηση» του λόγου του Θεού συνδέεται με την εσωτερική τάξη, ενότητα και αγάπη της κοινότητας. Δεν είναι, όμως, αποτέλεσμα μόνο ανθρώπινης μέριμνας ή διοικητικής ικανότητας, αλλά πρωτίστως καρπός της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Όπως σημειώνει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Τίποτε δεν είναι ισχυρότερο από τον λόγο του Θεού· ακόμη και αν εμποδιστεί πρόσκαιρα, στο τέλος θριαμβεύει» (PG 60, 132).
Παράλληλα, η φράση «ο λόγος του Θεού αυξανόταν» συνδέεται άρρηκτα με το ιεραποστολικό χρέος της Εκκλησίας. Ο Χριστός έδωσε σαφή εντολή: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ. 28:19). Η Εκκλησία, επομένως, δεν είναι κλειστή κοινότητα, αλλά σώμα ζωντανό που απλώνεται στον κόσμο και η ιεραποστολή δεν είναι προαιρετική δραστηριότητα, αλλά ουσιώδες στοιχείο της ταυτότητάς Της.
Ο Μέγας Βασίλειος τονίζει ότι «η αγάπη προς τον πλησίον εκδηλώνεται όχι μόνο με λόγια, αλλά με έργα, που οδηγούν στη σωτηρία» (PG 31, 1013). Η φροντίδα για τις χήρες στην αποστολική κοινότητα είναι μια τέτοια πράξη αγάπης: η διακονία του ανθρώπου ενισχύει την αξιοπιστία της μαρτυρίας της Εκκλησίας και καθιστά την ιεραποστολή ζωντανή και πειστική.
Ο απόστολος Παύλος, πάλι, υπενθυμίζει ότι «ο λόγος του Θεού δεν είναι δεμένος» (Β΄ Τιμ. 2:9). Η Εκκλησία, δηλαδή, χρειάζεται διαρκώς να υπερβαίνει τα όριά της, να βγαίνει προς τον κόσμο, να συναντά τον άνθρωπο εκεί όπου βρίσκεται. Η εξάπλωση του λόγου του Θεού δεν γνωρίζει γεωγραφικά ή πολιτισμικά σύνορα.
Σήμερα, όπως και τότε, η Εκκλησία αντιμετωπίζει προκλήσεις. Η απάντηση όμως παραμένει η ίδια: πιστότητα στην προσευχή, συνέπεια στη διακονία του λόγου και έμπρακτη αγάπη. Όταν αυτά συνυπάρχουν, τότε και σήμερα «ο λόγος του Θεού αυξάνεται», αγγίζοντας καρδιές και μεταμορφώνοντας ζωές. Γι’ αυτό και η Εκκλησία, μέσα σε έναν κόσμο που συχνά απομακρύνεται από το πνευματικό νόημα της ζωής, καλείται να δώσει μαρτυρία αυθεντική, με ταπείνωση και συνέπεια, φωτίζοντας τον άνθρωπο και οδηγώντας τον στην αλήθεια του Ευαγγελίου.
Η Κυριακή των Μυροφόρων μάς θυμίζει ότι η μαρτυρία της Αναστάσεως είναι το κέντρο της ιεραποστολής. Όπως οι Μυροφόρες έγιναν οι πρώτες ευαγγελίστριες της Αναστάσεως, έτσι και κάθε πιστός καλείται να γίνει φορέας του λόγου που «αυξάνεται», ανοίγοντας την Εκκλησία προς τον κόσμο με πίστη, ταπείνωση και αγάπη.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 26.04.2026