Κάποιες συναντήσεις μοιάζουν με πρόβες: δοκιμάζεις τις ερωτήσεις σου, ψάχνεις τον ρυθμό, περιμένεις την παύση. Κάποιες άλλες θυμίζουν παράσταση: ζωντανές, απρόβλεπτες, με μια εσωτερική ένταση που σε κρατά σε εγρήγορση μέχρι το τελευταίο λεπτό. Η συνομιλία με τον Γρηγόρη Βαλτινό ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Με αφορμή την παράσταση «Κάθε Τρίτη με τον Μόρι», που παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη, ο καταξιωμένος ηθοποιός και σκηνοθέτης μιλά όχι μόνο για το έργο, αλλά για όλα όσα το υπερβαίνουν: τη ζωή, τις επιλογές, την ευθύνη, την κοινωνία. Και, τελικά, για εκείνα που, όπως και στο θέατρο, δεν αγοράζονται.
Ένα έργο που «μιλά κατευθείαν στην ψυχή»
Η επιτυχία της παράστασης δεν είναι απλώς εμπορική. Είναι σχεδόν… επίμονη. Από το 2019 που πρωτοπαρουσιάστηκε μέχρι σήμερα, οι αίθουσες γεμίζουν με μια συνέπεια η οποία δύσκολα εξηγείται με όρους αγοράς.
«Δεν πέρασε ούτε μια ημέρα που να υπάρχει μια κενή θέση στο θέατρο», λέει χαρακτηριστικά ο Γρηγόρης Βαλτινός. «Και τώρα που ήρθαμε στη Θεσσαλονίκη, συμβαίνει ακριβώς το ίδιο», συμπληρώνει.
Το γιατί, ωστόσο, δεν τον αιφνιδιάζει: «Είναι ένα έργο που αποκλείεται να μην μαγνητίσει και να μην μαγέψει τον θεατή… μιλάει κατευθείαν στην ψυχή του ανθρώπου», τονίζει.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής περιγραφή. Γιατί το «Κάθε Τρίτη με τον Μόρι» δεν είναι απλώς μια ιστορία. Είναι μια συνάντηση. Ένας αποχαιρετισμός που μετατρέπεται σε μάθημα ζωής.
Δύο άνθρωποι, μια ζωή σε μαθήματα
Στον πυρήνα του έργου βρίσκεται η σχέση ενός καθηγητή κοινωνιολογίας, του Μόρι, με τον πρώην μαθητή του, τον Μιτς. Ο δεύτερος επιστρέφει κοντά στον πρώτο λίγο πριν το τέλος και οι εβδομαδιαίες τους συναντήσεις γίνονται κάτι πολύ περισσότερο από αναμνήσεις: γίνονται ένας απολογισμός ζωής.
Όχι με βαρύγδουπες διαπιστώσεις, αλλά με μικρές, σχεδόν ταπεινές αλήθειες.
Ο ίδιος ο Βαλτινός επιλέγει να εστιάσει ακριβώς σε αυτό: «Φωτίζουμε τη ματαιότητα του τίποτα. Τα ουσιαστικά, καθημερινά, απλά και δωρεάν πράγματα που πρέπει να έχουμε στη ζωή μας».
Και μέσα σε αυτά, ένα κυριαρχεί: «Η αγάπη… όχι μόνο η ερωτική, αλλά η αγάπη στον απέναντι, στον φίλο, στον συνεργάτη, στον εαυτό μας».
«Να ταΐσουμε τον εαυτό μας με ουσία»
Η κουβέντα μετατοπίζεται σχεδόν ανεπαίσθητα από το θέατρο στη ζωή ή μάλλον, αποκαλύπτεται ότι δεν υπήρχε ποτέ διαχωρισμός.
Ο Βαλτινός μιλά για τις επιλογές μας με έναν τόνο που ισορροπεί ανάμεσα στην εξομολόγηση και την προτροπή: «Πρέπει να βρει κάποιος τι είναι αυτό που θα τον κάνει ευτυχισμένο… γιατί επιλέγουμε πράγματα είτε με πίεση είτε χάριν μιας μόδας».
Και γίνεται πιο αιχμηρός: «Θα αγαπήσουμε τον εαυτό μας όταν τον ταΐσουμε με ουσιαστικά πράγματα και όχι με ψευτιές και επιφάνειες».
Δεν είναι μια θεωρητική θέση. Είναι σχεδόν μια διάγνωση για μια εποχή που, όπως λέει, «έχει το κεφάλι σκυμμένο σε μια οθόνη».
Οι νέοι, η καθημερινότητα και η ευθύνη
Σε αυτό το σημείο, η φωνή του αποκτά έναν πιο έντονο, σχεδόν ανήσυχο τόνο. Δεν χαρίζεται.
«Οι νέοι δεν ασχολούνται καθόλου με τον εαυτό τους… ασχολούνται με το τρέχον», σημειώνει, περιγράφοντας μια καθημερινότητα που ξεκινά αργά, καταναλώνεται γρήγορα και τελειώνει χωρίς ουσία.
Και συνεχίζει: «Πρέπει να είμαστε πολιτικά όντα… να βρίσκουμε τρόπους να κατευθύνουμε και εμείς τους πολιτικούς».
Δεν είναι μια απλή παρότρυνση για συμμετοχή. Είναι μια προειδοποίηση: «Όταν οι νέοι λένε ‘δεν ασχολούμαι με την πολιτική’ και ψηφίζουν λευκό ή δεν ψηφίζουν καθόλου, δεν καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι βούτυρο στο ψωμί του επίδοξου εκμεταλλευτή».
Ο δάσκαλος που μένει για πάντα
Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι επιστρέφει ξανά και ξανά στη φιγούρα του δασκάλου του Μόρι, αλλά και των δικών του δασκάλων.
«Στη διαμόρφωση του ανθρώπου και στον τρόπο που χειρίζεται τη ζωή του πρώτο ρόλο έχει ο δάσκαλος μαζί με τους γονείς, ίσως και περισσότερο», λέει.
Και θυμάται: «Ακούς ανθρώπους 40, 50, 60 χρονών να μιλάνε για τους δασκάλους τους… αυτοί μένουν σε όλη τους τη ζωή».
Το θέατρο, με έναν τρόπο, γίνεται κι αυτό μια μορφή διδασκαλίας. Μια σκηνική μεταφορά εμπειρίας.
Η σκηνοθεσία ως συνομιλία
Ο Βαλτινός δεν είναι μόνο πρωταγωνιστής, αλλά και σκηνοθέτης της παράστασης. Ένας διπλός ρόλος που, όπως παραδέχεται, δεν είναι εύκολος, αλλά «συναρπαστικός».
«Αν το κάνεις από αγάπη για το θέατρο και τους συναδέλφους σου και όχι για να προβληθείς μόνο εσύ ο ίδιος… τότε το αποτέλεσμα θα είναι καλό», λέει.
Και επιμένει σε κάτι που σπάνια λέγεται τόσο καθαρά: «Μέσα σε ένα σπουδαίο σύνολο, θα βγεις κι εσύ πιο σπουδαίος».
Ίσως αυτή να είναι και η ουσία της θεατρικής πράξης: όχι η ανάδειξη του ενός, αλλά η συνύπαρξη.
Για την κοινωνία που ξεχνά
Η συζήτηση περνά στην τρίτη ηλικία, ένα θέμα που το έργο αγγίζει με τρόπο άμεσο και ανθρώπινο.
Ο Βαλτινός αποφεύγει τις εύκολες γενικεύσεις: «Στη σύγχρονη Ελλάδα κατά περίπτωση υπάρχει σεβασμός στους ηλικιωμένους. Στο σύνολο όχι».
Και εξηγεί με ρεαλισμό: «Δεν είναι εγκατάλειψη όταν ένας άνθρωπος πηγαίνει σε μια μονάδα… είναι πολλές φορές ανάγκη».
Όμως για να γίνει αυτό η κοινωνία, λέει, χρειάζεται δομές, πόρους, φροντίδα. Όχι απλώς συναισθηματικές διακηρύξεις.
Μέλος του δ.σ. του ΚΘΒΕ
Μέλος του δ.σ. του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος εδώ και 15 χρόνια, «χωρίς κανένα όφελος, αλλά από απλό συναισθηματισμό, αφού είναι γνωστό ότι δεν πληρωνόμαστε» ο Γρηγόρης Βαλτινός μιλά για τις κρίσεις που χρειάστηκε να διαχειριστούν όλοι τους, για τον αγώνα που έδωσαν για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας των ηθοποιών, για τη δημιουργία εσωτερικού κανονισμού που έχει κατατεθεί ήδη στο υπουργείο Πολιτισμού.
«Προσπαθούμε να πείσουμε το ΥΠΠΟ ότι χρειάζονται έκτακτες επιχορηγήσεις για να γίνουν υποδομές, να μην κινδυνεύουν άνθρωποι», λέει.
Αναφέρεται με πολύ καλά λόγια στο έργο τόσο της πρόεδρου του οργανισμού Γαννούλας Καρίμπαλη Τσίπτσιου, όσο και του καλλιτεχνικού διευθυντή Αστέρη Πελτέκη.
«Κάνουμε πολύ καλή δουλειά στο ΚΘΒΕ και είμαι πολύ συγκινημένος γι αυτό», υπογραμμίζει.
Πολιτική χωρίς συνθήματα
Κάπου εδώ, η κουβέντα γίνεται αναπόφευκτα πολιτική, αλλά όχι συνθηματολογική. «Φοβάστε μια μελλοντική πολιτική αστάθεια για τη χώρα;», τον ρωτώ. «Πάρα πολύ», είναι η απάντησή του.
«Κάθε φορά που υπήρχαν στην Ελλάδα οικουμενικές κυβερνήσεις καταλήγαμε να βάζει ο καθένας μπροστά το δικό του εγώ και έτσι το αποτέλεσμα ήταν τραγικό με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της ίδιας της χώρας».
Ο ίδιος ξεκαθαρίζει: «Δεν μιλάω υπέρ της Νέας Δημοκρατίας… ούτε έχω καμία σχέση με κόμματα».
Και όμως, η θέση του είναι σαφής: «Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, όταν ενθουσιαζόμαστε από τον οίστρο της επανάστασης».
Δεν απορρίπτει την αντίδραση, αλλά ζητά να συνοδεύεται από σκέψη και πρόταση.
Και τότε έρχεται η φράση που συνοψίζει την αγωνία του χωρίς να διστάζει να μιλήσει και για τα αρνητικά μιας παράταξης που συχνά του χρεώνουν:
«Αν δεν βρεθεί τρόπος είτε να αυξηθούν οι μισθοί είτε να μειωθεί η ακρίβεια, η Νέα Δημοκρατία θα χάσει τις εκλογές».
Όχι ως πρόβλεψη, αλλά ως προειδοποίηση. «Ας κάνουν κάτι για να λυθούν αυτά τα σοβαρά θέματα από τώρα και όχι δίνοντας παροχές λίγο πριν τις εκλογές», τονίζει.
Ένα θέατρο που μοιάζει με ζωή
Φεύγοντας από τη συζήτηση, μένει κάτι περισσότερο από απαντήσεις. Μένει μια αίσθηση ότι το θέατρο, όταν είναι αληθινό, δεν τελειώνει με το χειροκρότημα.
Το «Κάθε Τρίτη με τον Μόρι» είναι, τελικά, μια υπενθύμιση. Ότι η ζωή δεν μετριέται σε επιτυχίες, αλλά σε σχέσεις. Ότι η ουσία βρίσκεται στα απλά. Ότι η αγάπη, όπως την περιγράφει ο Βαλτινός, δεν είναι πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο σημαντικό μάθημα: πως, ανάμεσα σε όλα όσα κυνηγάμε, υπάρχει πάντα κάτι που μας περιμένει σιωπηλά κάθε Τρίτη, ή και κάθε μέρα.
Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών
Έως 10 Μαΐου