Είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης ένας νεότερος Σημίτης, μεταρρυθμιστής μέσα σε ένα κακομαθημένο και διεφθαρμένο κόμμα και κάνει τα στραβά μάτια σε πέντε πράγματα ώστε να μπορέσει να αλλάξει άλλα πέντε; Ή μήπως είναι ένας «αρχιερέας της διαπλοκής», όπως αποκαλούσε τον Σημίτη ο Κώστας Καραμανλής;
Όποιος έχει αρκετή διαστροφή και μπορεί να παρακολουθεί το «τρελοκομείο» των social media, δηλαδή τη μικρογραφία της ευρύτερης κοινωνίας, γνωρίζει ότι κανένας δεν πείθει κανέναν, άρα δεν θα συμφωνήσουμε ούτε εδώ. Οπότε, για τις ανάγκες της συζήτησης, ας πάρουμε το καλό ενδεχόμενο. Ότι ο πρωθυπουργός θέλει να καταπολεμήσει το ρουσφέτι, αναλαμβάνοντας το πολιτικό κόστος. Υπάρχει ρεαλιστικός τρόπος;
Εδώ έχουμε έναν ακόμα φαύλο κύκλο. Οι πολίτες έχουν διαπαιδαγωγηθεί στην βεβαιότητα ότι «όλα γίνονται αρκεί να υπάρχει ο κατάλληλος άνθρωπος». Ο πολιτικός που θέλει να δημιουργήσει δίκτυα εξάρτησης και να εξασφαλίσει την επανεκλογή του, προσφέρεται να ικανοποιήσει τις αξιώσεις τους. Εκείνοι εθίζονται, ζητούν περισσότερα που ο βουλευτής σπεύδει να τα προσφέρει γιατί αν δεν το κάνει αυτός, θα το κάνει ο ανταγωνιστής του. Και έτσι το πράγμα γίνεται διαρκώς χειρότερο. Δεν είναι φαινόμενο μόνο της κεντρικής πολιτικής. Το ίδιο και χειρότερο συμβαίνει και με την Τοπική Αυτοδιοίκηση -εκεί μάλιστα οι δέκα ψήφοι της οικογένειας έχουν μεγαλύτερο αντίκρισμα από όσο στις βουλευτικές εκλογές.
Ας αποφύγουμε την ηθικολογία χωρίς να αγνοήσουμε ότι το ζήτημα είναι και ηθικό! Δεν είναι αθώος ο πολίτης που πηγαίνει στον βουλευτή και του ζητάει να μεσολαβήσει προκειμένου να πάρει επιδότηση για ζώα που δεν έχει. Αλλά η στάνη που έχουμε αυτό το τυρί βγάζει, εισαγωγή Γιαπωνέζων πολιτικών και βουλευτών δεν μπορούμε να κάνουμε και οι ευχές αποδεδειγμένα δεν λύνουν προβλήματα. Γι’ αυτό, αν κάτι μπορεί να γίνει, πρέπει να αναζητηθεί στη διαμόρφωση θεσμών που περιορίζουν τα περιθώρια διαμεσολάβησης.
Πράγματι, δεν είναι δίκαιο ο νόμος να μην προβλέπει εξαίρεση. Τα απολύτως αντικειμενικά κριτήρια για μία πρόσληψη, επιδότηση, άδεια, μετάθεση είναι άκαμπτα, δεν προσαρμόζονται στην πραγματικότητα.
Αλλά ποιος εγγυάται ότι εκείνος που θα αξιολογήσει την εξαίρεση θα το κάνει με αίσθηση δικαίου και όχι με ιδιοτέλεια; Και όταν η εξαίρεση γίνεται Κερκόπορτα για το ρουσφέτι, πολύ δε περισσότερο για οικονομική διαφθορά, είναι προτιμότερο να μην υπάρχει. Μόνο όταν ο νόμος εφαρμόζεται με σταθερό κα προβλέψιμο τρόπο, όταν το θεσμικό πλαίσιο αποθαρρύνει τις ανταλλαγές εύνοιας, μένει χωρίς αξία η γνωριμία σκοπιμότητος.
Πλην ελαχίστων, δεν έχουν ποινική απαξία οι περισσότερες από τις παρεμβάσεις βουλευτών που αποκαλύπτονται για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Έχουν αισθητική και πολιτική. Ο κόσμος, βεβαίως, θέλει αίμα στην αρένα και δεν είναι βέβαιο ότι δεν θα ασκηθούν διώξεις με λογική Παπαγγελόπουλου («άσκησε εσύ τη δίωξη και άστους να πάνε παρακάτω να βρουν το δίκιο τους» - συνομιλία με την εισαγγελέα Ράικου).
Και όποιος παριστάνει τον έκπληκτο, απλώς υποκρίνεται. Ανάλογου περιεχομένου συνομιλίες γίνονται εκατοντάδες κάθε μέρα για φορολογικούς ελέγχους, μεταθέσεις στρατιωτών, κρεβάτια σε νοσοκομείο, έκδοση συντάξεων, άδειες εκπαιδευτικών και ό,τι βάλει ο νους του ανθρώπου.
Αλλά αυτό είναι προβλέψιμο. Όπου υπάρχει κράτος και η δημόσια διοίκηση έχει περιθώρια να αυτοσχεδιάζει, πάντα κάποιοι θα τρυπώνουν για πάρουν κάτι περισσότερο από τους υπόλοιπους. Και αν κάτι μπορεί να γίνει είναι ακριβώς αυτό: Μικρότερο κράτος με απλούς κανόνες, διαφάνεια και διαδικασίες χωρίς παρεκκλίσεις. Δεν θα λυθεί το πρόβλημα αλλά κάτι καλύτερο θα γίνει.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 11-12.04.2026