- Newsroom
Ένα σημείο στη «Γέρμα» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα δεν ανήκει ούτε στην πλοκή ούτε στην τραγωδία της. Είναι η στιγμή που η σιωπή παύει να είναι αναμονή και γίνεται απόφαση. Εκεί, η επιθυμία δεν ζητά πια δικαίωση, αλλά διέξοδο, ακόμη κι αν αυτή είναι καταστροφή. Πρόκειται για μια ιστορία που αφορά στην επιθυμία η οποία δεν βρίσκει διέξοδο, στο σώμα που γίνεται πεδίο μάχης ανάμεσα στη φύση και στον νόμο, ανάμεσα στο όνειρο και στην καταδίκη του.
Σε αυτή τη ρωγμή τοποθετεί τη δική της ανάγνωση η Μαρία Πρωτόπαππα. Όχι πάνω στο έργο του Λόρκα, αλλά μέσα του. Σαν να επιχειρεί να αφαιρέσει τα στρώματα ερμηνειών που το έχουν σκεπάσει και να το φέρει ξανά στην αρχική του θερμοκρασία, αυτή της ανθρώπινης έντασης που δεν αντέχει να μείνει άλυτη.
Η ίδια δεν περιορίζεται στον ρόλο της σκηνοθέτριας. Μπαίνει μέσα στο ίδιο το σκοτάδι της ηρωίδας, το κατοικεί, το αμφισβητεί, το ανασαίνει. Και μαζί με τον θίασο της παράστασης, επιχειρεί να ξαναδιαβάσει τον Λόρκα όχι ως μνημείο, αλλά ως ζωντανό τραύμα.
«Η αγάπη για τον άνθρωπο είναι το αντίβαρο στον φόβο»
Για τη σκηνοθέτρια, το έργο δεν μπορεί να αποκοπεί από τον ίδιο τον δημιουργό του. «Ο Λόρκα βίωνε σε μέγιστο βαθμό αυτή τη σύγκρουση με την κοινωνία αλλά και μέσα του», σημειώνει. «Πάλευε με τις καθηλώσεις του, αλλά είχε οδηγό την αγάπη στον άνθρωπο, την τρυφερότητα. Αυτή η αγάπη καλύπτει το κενό που δημιουργεί ο φόβος και η μη κατανόηση του διαφορετικού», λέει στη «ΜτΚ» η Μαρία Πρωτόπαππα.
Στη δική της δραματουργική προσέγγιση, ο ποιητής δεν παραμένει έξω από το έργο: «Επέλεξα να τον εμφανίσω, να συμμετέχει, να αναλαμβάνει τα σημεία όπου ταυτιζόταν με τους ήρωές του. Είτε συμφωνούσε είτε όχι. Αν δεν επιχειρήσεις να μπεις στη θέση εκείνου που δεν καταλαβαίνεις, δεν βρίσκεις ποτέ τη ρίζα του κακού».
Η παράσταση επιχειρεί να απομακρυνθεί από μια παραδοσιακά «πατριαρχική» ανάγνωση του έργου. Η Μαρία Πρωτόπαππα μιλά για τους σκηνικούς ή δραματουργικούς τρόπους, που επιχειρεί να το πετύχει: «Δεν αγαπώ τους εύκολους αφορισμούς έτσι κι αλλιώς. Αλλά προσπαθώ πάντα να διαβάζω από το πρωτότυπο πιστά και με επιμονή να ψάχνω τις λέξεις, τη ρίζα τους και να στέκομαι με όση ακρίβεια μπορώ στα γραμμένα από τον συγγραφέα. Χωρίς προκατάληψη όσο γίνεται, δεν μπορούσα να παραβλέψω φράσεις του Λόρκα για τον Χουάν, όπως το ‘είναι καλός, κι εκείνος υποφέρει και εκείνος λαχταρά παιδιά’, η παρότρυνση που κάνει στη γυναίκα του ‘έλα να ζήσουμε εν ειρήνη, δεν φταίξαμε πουθενά, σε νιώθω...’. Είναι ένας άντρας που δουλεύει σκληρά τη γη, και δεν μπορεί να απολαύσει τους καρπούς των κόπων του. Εκείνη λέει: ‘οι άντρες σηκώνουν το φορτίο αδιαµαρτύρητα, και ας μην απολαμβάνουν’. Εξάλλου είναι αυτός που χάνει τη ζωή του, που παραδίνεται στο γήρας, τη φθορά χωρίς χαρά, και δέχεται έναν βίαιο θάνατο. Πώς δεν είναι θύμα της συνθήκης αυτός ο άνθρωπος; Πώς θα τον καταδίκαζα εγώ;».
Ο διπλός ρόλος: σκηνοθέτρια και ηθοποιός
Η Μαρία Πρωτόπαππα παραδέχεται πως η συνύπαρξη των δύο ιδιοτήτων δεν ήταν εξαρχής ισορροπημένη. «Ξεκίνησα οργανωμένα, λογικά, ψύχραιμα. Αλλά δεν έφτανε. Χρειάστηκε να εγκαταλείψω τη μία ιδιότητα για να περάσω ολοκληρωτικά στην άλλη», τονίζει.
Η μετάβαση αυτή δεν υπήρξε τεχνική αλλά υπαρξιακή: μια βύθιση στο ίδιο το υλικό, εκεί όπου ο έλεγχος υποχωρεί μπροστά στην εμπειρία.
Στο κέντρο της «Γέρμα» παραμένει η σύγκρουση ανάμεσα στην κοινωνική επιταγή και την προσωπική επιθυμία. Για την Πρωτόπαππα, δεν πρόκειται για ιστορικό θέμα αλλά για σταθερό ανθρώπινο δεδομένο.
«Το δίλημμα είναι υπαρξιακό, γι’ αυτό διαχρονικό. Ως κοινωνικά όντα χρειαζόμαστε κανόνες και ρόλους. Η αμφισβήτησή τους, όμως, είναι ένας αγώνας που οφείλουμε να κάνουμε. Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη», σημειώνει.
Και κάπου εκεί, η «Γέρμα» παύει να είναι μια ιστορία μητρότητας και γίνεται κάτι πιο σκληρό: μια αναμέτρηση με το όριο του ίδιου του εαυτού.
Συνεργασίες πάνω στη σκηνή
Η παράσταση στηρίζεται σε έναν θίασο με έντονη καλλιτεχνική ταυτότητα. Η συνεργασία, όπως λέει η ίδια, λειτούργησε ως δημιουργική επιτάχυνση: «Ήταν στήριγμα και κέρδος χρόνου. Συνέβαλαν με πίστη, πάθος και ορμή».
Η συνάντηση με τον Σίμο Κακκάλα, αλλά και η συνέχεια της συνεργασίας με τον Γιάννο Περλέγκα, την Ηλέκτρα Μπαρούτα και τον Νώντα Δαμόπουλο, δεν αντιμετωπίζεται ως σύμπτωση αλλά ως οργανικό μέρος του εγχειρήματος. «Τους είμαι ευγνώμων», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Μετά την επιτυχία της στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης στην Αθήνα, η «Γέρμα (η ανεκπλήρωτη)» ταξιδεύει στο Βασιλικό Θέατρο Θεσσαλονίκης. Για την Πρωτόπαππα, το έργο του Λόρκα δεν είναι εύκολο, ούτε ποτέ υπήρξε. «Η Ισπανία του έργου βρίσκεται σε μια εποχή ριζικών αλλαγών, λίγο πριν τον εμφύλιο. Το καζάνι βράζει. Και ο Λόρκα μιλά για αυτό το μεταίχμιο με τρόπο σχεδόν αρχαίας τραγωδίας», λέει. Και συνεχίζει: «Δεν είναι φανερό ποιος έχει δίκιο. Ο θεατής καλείται να νιώσει όλους τους ήρωες, χωρίς να πάρει έτοιμες απαντήσεις».
Στο τέλος, η «Γέρμα» δεν ζητά λύσεις. Ζητά παραδοχή της έντασης. Εκείνης της εσωτερικής ρωγμής που γεννιέται όταν η ζωή δεν χωρά στους κανόνες που της επιβάλλονται.
Ίσως γι’ αυτό η Μαρία Πρωτόπαππα επιστρέφει σε μια φράση που μοιάζει να συνοψίζει όλη την εμπειρία: το ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα ζήσεις ελεύθερα ή πειθαρχημένα, αλλά αν αντέχεις το τίμημα κάθε επιλογής.
Και κάπως έτσι, η «ανεκπλήρωτη» Γέρμα συνεχίζει να ανασαίνει, όχι ως θύμα, αλλά ως καθρέφτης.
*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 26.04.2026