Τα 93 του χρόνια έκλεισε την Πέμπτη (12/2) ο Κώστας Γαβράς ο οποίος βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη με αφορμή τις τετραήμερες εκδηλώσεις του κεντρικού δήμου προς τιμήν του. Με αφορμή το μεγάλο αφιέρωμα που υλοποιείται σε συνεργασία με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και το Μουσείο Μίκη Θεοδωράκη Ζάτουνας, ο σπουδαίος σκηνοθέτης μίλησε στην «ΜτΚ» για την Ελλάδα, την πολιτική και το «Ζ», μια ταινία που, όπως είπε, ήταν αδύνατον να γίνει.
«Μένω κατάπληκτος από όλα αυτά που συμβαίνουν»
«Είναι μεγάλη έκπληξη που έχω φτάσει μέχρι εδώ» είπε αρχικά ο κ. Γαβράς. «Ύστερα από τα 90 δεν νιώθεις τίποτα. Βλέπετε, μπαίνω στην περίοδο του τέλους - είναι φυσικό έτσι, είναι η ζωή. Είναι περίεργο όμως, γιατί βλέπω φίλους και πολύ κοντινούς μου ανθρώπους να φεύγουν κι εγώ παραμένω εδώ. Πλέον είμαι περιτρυγυρισμένος από καινούργια πρόσωπα, γνωστά, με διαφορετικές απόψεις και ζωές και συνεχίζω να μαθαίνω. Και αυτό είναι που με κάνει να βαστάω, ότι ακόμα μαθαίνω τη ζωή και τον κόσμο που αλλάζει τρομακτικά» σημειώνει και προσθέτει πως αυτό δείχνει ότι μάλλον βρισκόμαστε πάλι σε μια νέα αρχή. «Όταν ήμουν νεότερος είχα διαβάσει τον Εκκλησιαστή που έλεγε ότι τα πράγματα ξαναρχίζουν συνεχώς. Νομίζω βρισκόμαστε σε αυτή την περίοδο τώρα. Οι άνθρωποι αλλάζουν βαθιά.
Εγώ ανήκω σε μια γενιά που αρχίσαμε πολύ άσχημα. Στην Ελλάδα είχαμε πόλεμο και εμφύλιο. Γι’ αυτό και έφυγα: επειδή ο πατέρας μου ήταν στην αντίσταση δεν μπορούσα να πάω στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Έτσι πήγα στη Γαλλία μετά το γυμνάσιο. Εκεί έμαθα πολλά και κυρίως ποια είναι η Ελλάδα και γιατί πρέπει να είμαστε περήφανοι που είμαστε Έλληνες. Στη συνέχεια ήρθαν άλλοι πόλεμοι, όπως πχ το Βιετνάμ και ύστερα ο κόσμος άρχισε σιγά - σιγά να γίνεται καλύτερος. Δημιουργήθηκαν τα έθνη, έγιναν συμμαχίες μεταξύ των ανθρώπων. Φυσικά ο πόλεμος συνέχιζε αλλού αλλά υπήρχε αισιοδοξία. Τώρα αρχίζουμε πάλι και βρισκόμαστε σε μια κατάσταση πολύ απίθανη, που ούτε μπορούσε να το φανταστεί κανείς. Γίνεται πόλεμος στη μέση της Ευρώπης, στην Παλαιστίνη σκοτώνονται άνθρωποι και περνάει άσχημα ένας ολόκληρος λαός γιατί κάποιος θέλει να γίνει πιο μεγάλος ενώ στην Αμερική υπάρχει ένας πρόεδρος που χάνει τελείως την έννοια της δημοκρατίας. Μένω κατάπληκτος από όλα αυτά που συμβαίνουν και κυρίως από το πώς οι άνθρωποι αλλάζουν τόσο γρήγορα.» τόνισε.
«Η σωτηρία δεν έρχεται από έναν άνθρωπο»
Ο ίδιος δεν διατείνεται ότι ξέρει σε τι οφείλονται όλα αυτά, αλλά βρίσκει μια σύνδεση με τον φανατισμό. «Οι άνθρωποι πάντα ζούσαμε με φανατισμούς: πιστεύαμε ότι υπάρχουν μεσσίες που θα μας έδιναν τη λύση και έπρεπε να τους ακολουθήσουμε. Η φιλοσοφία σήμερα είναι τα λεφτά. Έτσι γεννήθηκε και το κράτος μας - οι πόλεμοι εναντίον της Τουρκοκρατίας χώρισαν πολύ την Ελλάδα, ο καθένας έγινε αρχηγός. Η γενιά μου έζησε τον πόλεμο και είναι τρομερό πράγμα αυτό. Φαίνεται όμως πως σιγά σιγά καταφέραμε να τους διώξουμε από εδώ. Ησυχάσαμε με τους φανατισμούς όταν Δεξιά και Αριστερά άρχισαν να κουβεντιάζουν. Η ηλικία σε κάνει να απαλλάσσεσαι από όλα αυτά μαθαίνεις ότι η σωτηρία δεν έρχεται από έναν άνθρωπο αλλά από πολλές διαφορετικές πλευρές. Φυσικά δεν μας τα μαθαίνουν ποτέ αυτά.»
«Οφείλουμε να σταθούμε στο ύψος της παράδοσής μας»
Πάντως ο σκηνοθέτης έδειξε αισιόδοξος, όσον αφορά στη χώρα μας τουλάχιστον, καθώς πιστεύει πως στην Ελλάδα τα πράγματα σιγά-σιγά καλυτερεύουν. «Ο κόσμος έχει αρχίσει να συζητά και αυτό είναι απαραίτητο» είπε χαρακτηριστικά και έφερε ως παράδειγμα τον Γρηγόρη Λαμπράκη, την δολοφονία του οποίου πραγματεύτηκε στην εμβληματικότερη ταινία του, το «Ζ» (1969).
«Τι σκέφτονται σήμερα οι άνθρωποι για τον Λαμπράκη; Ότι βγήκε έξω και φώναξε “Ελλάδα”, αυτό είναι το βασικό. Έπαιξαν ρόλο φυσικά το πρόγραμμα και οι προτάσεις του, αλλά ουσιαστικά το θέμα ήταν η Ελλάδα. Αυτή είναι που μας ενώνει όλους, ακόμα και εμάς, τους ξένους ή… σχεδόν ξένους. Και όταν λέμε Ελλάδα εννοούμε τον τόπο και το παρελθόν του που έχει επηρεάσει τον κόσμο ολόκληρο. Όπου και να πας στον κόσμο την γνωρίζουν. Η Ελλάδα είναι παντού και είναι μια έννοια που πρέπει να είναι βασική στη ζωή μας γιατί αυτή η παράδοση έχει μια ευθύνη και οφείλουμε να σταθούμε στο ύψος της» σημείωσε.
«Ο κινηματογράφος είναι ο μόνος τρόπος να γνωρίσουμε τον κόσμο»
Για το αν με το σινεμά του ασκεί μια πολιτική πράξη, ο κ. Γαβράς είπε πως για εκείνον το σινεμά από την αρχή είναι πολιτικό, ανεξαρτήτως του είδους της ταινίας. «Και μόνο η ανάλυση κάθε έργου είναι πολιτική πράξη γιατί αφορά τη σχέση της ταινίας με το κοινό Και οι ταινίες δείχνουν ζωές άλλων ανθρώπων. Γι’ αυτό ο κινηματογράφος είναι ο μόνος τρόπος να γνωρίσουμε τον κόσμο: κάποιος διηγείται μια ιστορία για τους γύρω του και την μοιράζεται με έναν ή πολλούς ανθρώπους - πολλές φορές εκατομμύρια. Αυτή την τόσο άμεση σχέση καμία άλλη τέχνη δεν την έχει. Και γι’ αυτό ο κινηματογράφος έχει τόσο μεγάλη ευθύνη. Φυσικά, δεν πρέπει η έννοια της ευθύνης να επιβληθεί στους δημιουργούς. Οι δημιουργοί πρέπει να είναι ελεύθεροι, αυτός είναι ο μόνος τρόπος. Μετά ο κάθε δημιουργός κρίνεται για το πώς βλέπει τον κόσμο.»
«Το “Ζ” ήταν μια ταινία που δεν ήθελε κανείς»
Αναφερόμενος στο «Ζ», ο κ. Γαβράς εξήγησε πως αυτή η ταινία από την αρχή θεωρούσε πως ήταν αδύνατον να γίνει και ένιωσαν μεγάλη έκπληξη όταν τελικά όντως έγινε. «Κανείς δεν ήθελε αυτή την ταινία. Το ίδιο πράγμα μου έλεγαν όλοι. Αυτό το φιλμ είναι σα να γράφει πάνω του “κάτω η δικτατορία” και αυτή η ιδέα άρεσε στους ηθοποιούς οι οποίοι ήταν οι μόνοι που δέχτηκαν. Ύστερα έπρεπε να βρούμε χρηματοδότηση και τον τόπο που θα το γυρίσουμε. Ποιος θα ενδιαφερόταν για έναν Έλληνα βουλευτή που τον σκότωσαν; Έτσι μας έλεγαν οι παραγωγοί. Με λίγη υποστήριξη από το γαλλικό κράτος και την βοήθεια της Αλγερίας, όπου μπορέσαμε να κάνουμε εκεί ελεύθερα τα γυρίσματα, έγινε τελικά το φιλμ. Όταν βγήκε στις αίθουσες, αρχικά κανένας δεν πήγε να το δει. Δέκα άτομα πήγαιναν στο σινεμά και χειροκροτούσαν. Σιγά - σιγά ανέβηκε και μετά έγινε ό,τι έγινε. Η ταινία όμως δεν ήταν μόνο το Γαβρά, υπήρχαν πολλοί άνθρωποι από πίσω. Ο Βασιλικός, ο Σαρτζετάκης και όλοι οι Έλληνες που κατέβαιναν στις διαδηλώσεις παίζουν ρόλο, χωρίς αυτούς δεν θα γινόταν το φιλμ. Η απήχηση που είχαν όλοι αυτοί έκαναν την ταινία να έχει πέραση και ο ένας το πρότεινε στον άλλον, εμείς ήμασταν παραμερισμένοι εντελώς. Τελικά η ταινία έγινε κοινό κτήμα, μας ξέφυγε τελείως, και πλέον δεν μας ανήκει καθόλου πια» κατέληξε ο σκηνοθέτης.
*Δημσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 15/02/2026