Εξαρθρώθηκε εγκληματική οργάνωση για απάτες σε εταιρείες διαδικτυακού στοιχήματος – Πάνω από 1,5 εκατ. ευρώ τα κέρδη
Ταυτοποιήθηκαν 43 μέλη της οργάνωσης
Η ταινία βγαίνει στους κινηματογράφους στις 19 Μαρτίου
- Newsroom
Μια κλήση, όπως αποδείχθηκε η τελευταία, ήταν αρκετή για ένα θρίλερ που έμελλε να συνταράξει όλη την Ελλάδα.
Η συγκλονιστική υπόθεση που καθήλωσε όλους τους Ελληνες στους τηλεοπτικούς δέκτες τους, έγινε ταινία και το τρέιλέρ της, που παρουσιάζει το protothema.gr είναι πραγματικά ανατριχιαστικό.
Ηταν 23 Σεπτεμβρίου του 1998 όταν ο Ελληνορουμάνος κακοποιός Σορίν Ματέι τηλεφώνησε στο δελτίο ειδήσεων του ΣΚΑΪ και ο τότε διευθυντής Ειδήσεων Σταμάτης Μαλέλης πέρασε τη γραμμή στον Νίκο Ευαγγελάτο για να αποφασίσει πώς θα χειριστεί το ζήτημα.
Ο Ματέι ζητούσε να του φέρουν 500.000 δολάρια, αλλιώς θα άφηνε να σκάσει η απασφαλισμένη χειροβομβίδα που κρατούσε στα χέρια του - λεπτομέρεια ότι στο σπίτι της οδού Νιόβης στα Κάτω Πατήσια δεν ήταν μόνος του, αλλά κρατούσε ομήρους μια οικογένεια. Η ομηρία μεταδόθηκε σε ζωντανή μετάδοση, αφού ο κακοποιός δεν σταμάτησε να μιλάει με τον κεντρικό παρουσιαστή των ειδήσεων του ΣΚΑΪ, ο οποίος είχε ατύπως αναλάβει χρέη διαμεσολαβητή.
Στο παρασκήνιο οργανωνόταν μια αστυνομική επιχείρηση με πολλαπλές επιπτώσεις για την Ελλάδα, που ετοιμαζόταν να μπει στην αυγή της νέας χιλιετίας και στο ευρώ. Πρόκειται, εν ολίγοις, για μια υπόθεση που συζητιέται ακόμα και που ενέπνευσε τη νέα κινηματογραφική παραγωγή της Tanweer με τον τίτλο «Τελευταία κλήση» σε σκηνοθεσία Σέριφ Φράνσις, με ένα λαμπερό καστ όπως τους Ορφέα Αυγουστίδη, Μαρία Ναυπλιώτου, Ρένια Λουιζίδου, Γιώργο Μπένο, Δημήτρη Λάλο, Νίκο Ψαρρά, Ερρίκο Λίτση, Καλλιόπη Χάσκα, Γιάννη Καράμπαμπα, Βασίλη Ρίσβα, Πολύδωρο Βογιατζή, Θοδωρή Σκυφτούλη και Ράσμη Τσόπελα. Η ταινία, που αναμένεται να βγει στις αίθουσες στις 19 Μαρτίου, αν κρίνουμε από το καλογυρισμένο τρέιλερ που έχει κυκλοφορήσει φαίνεται τουλάχιστον συναρπαστική.
Παρότι οι δημιουργοί της «Τελευταίας κλήσης» έχουν αλλάξει εκτός από τα ονόματα και κάποιες λεπτομέρειες αναφορικά με την πολύκροτη υπόθεση, μεταφέροντας για παράδειγμα τη δράση στις παραμονές της Πρωτοχρονιάς και αναφέροντας ότι η χειροβομβίδα μαζί με τα υπόλοιπα όπλα είχαν κλαπεί από ένα στρατόπεδο, έχουν κρατήσει τον κεντρικό ιστό των γεγονότων μιας πραγματικής ιστορίας που έμοιαζε με ακραίο χολιγουντιανό σενάριο δράσης.
Το ίδιο δραματικά μυθιστορηματική ήταν η ιστορία του Ελληνορουμάνου Σορίν Ματέι, που ήταν καταδικασμένος στην παρανομία πολύ πριν από την ενηλικίωσή του. Μεγαλωμένος μόνο με μια μητέρα, σε καθεστώς φτώχειας αφού τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του είχαν σκοτωθεί όταν εκείνος ήταν ακόμα παιδί, δεν γνώρισε ποτέ την ευτυχία - «δεν ήξερα καν τι είναι» λέει περιγράφοντας τον εαυτό του στον Νίκο Ευαγγελάτο (τον οποίο στην ταινία ερμηνεύει ο Γιώργος Μπένος).

Εχοντας φυλακιστεί για μικροκλοπές, ο Ματέι είχε καταφέρει να δραπετεύσει αρκετές φορές τόσο από τις Φυλακές Κέρκυρας όσο και από τον Κορυδαλλό και τις Φυλακές Λάρισας, ενώ τον Ιούλιο του 1999 το έσκασε, για μια ακόμα φορά, από το Τμήμα Μεταγωγών Πάτρας, για να επιστρέψει τελικά στην Αθήνα - εξ ου και το προσωνύμιο «Πεταλούδας». Την 5η Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου η Αστυνομία κατάφερε να τον εντοπίσει ύστερα από ομολογία του συνεργού του Παναγιώτη Χαλεπά. Εισβάλλοντας ωστόσο στο σπίτι του, τον βρήκαν οπλισμένο με δύο χειροβομβίδες να τους περιμένει. Τελικά κατάφερε και πάλι να το σκάσει κρατώντας ως όμηρο έναν αστυφύλακα, για να τον αφήσει στην πορεία και από τότε να εξαφανιστούν τα ίχνη του.
Υστερα από ημέρες οι πληροφορίες οδηγούν τους αστυνομικούς στα ίχνη της φίλης του, Πηνελόπης Αθανασοπούλου, η οποία διέμενε στο διαμέρισμα της οδού Νιόβης 4. Επειτα από μάχη μαζί τους, ο Ματέι το έσκασε από το διαμέρισμα για να εισβάλει σε αυτό της οικογένειας Γκινάκη, τα μέλη της οποίας κράτησε ομήρους. Ακολούθησε η κλήση του προς τον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ, την οποία παρακολούθησε ζωντανά όλη την Ελλάδα, ένα πραγματικό θρίλερ που εξελισσόταν ταυτόχρονα στην τηλεόραση και στα ραδιόφωνα που είχαν σταματήσει το πρόγραμμά τους.
Από το τρέιλερ της «Τελευταίας κλήσης» καταλαβαίνεις ότι η ταινία μένει πολύ κοντά στα γεγονότα και ότι ο Ορφέας Αυγουστίδης, που υποδύεται τον κακοποιό, δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας, έχοντας απέναντί του τον Δημήτρη Λάλο, ο οποίος ερμηνεύει τον αστυνομικό που συντονίζει την επιχείρηση - οι δύο ηθοποιοί είχαν συναντηθεί ξανά στον «Σασμό». Τον ρόλο του τότε διευθυντή Ειδήσεων του καναλιού Σταμάτη Μαλέλη έχει αναλάβει ο Νίκος Ψαρράς, ενώ τη μητέρα της οικογένειας υποδύεται η Ρένια Λουιζίδου.
Το καστ συμπληρώνεται από εξαίρετους ηθοποιούς όπως ο Ερρίκος Λίτσης, ο Θοδωρής Σκυφτούλης, ο Γιάννης Καράμπαμπας, ο Πολύδωρος Βογιατζής και η Ράσμη Τσόπελα. Το παράδοξο είναι ότι η υπόθεση δεν ήταν η απλή αντιπαράθεση ενός κακοποιού με τους ατυχείς ομήρους, αλλά είχε πολλαπλές προεκτάσεις αφού η τετράωρη live συνομιλία που είχε ο κακοποιός με τον Ευαγγελάτο έφερε στο φως και τις ανθρώπινες πλευρές.'

Στο τρέιλερ βλέπουμε, επίσης, την καίρια στιγμή όπου ο κακοποιός ζητάει να του φέρουν αμφεταμίνες για να μην πέσει σε λήθαργο λόγω της έλλειψης της δόσης ηρωίνης που τον κρατούσε σε εγρήγορση.
Σε σχετικό ντοκιμαντέρ που είχε γυριστεί από τον ΣΚΑΪ αναφορικά με την υπόθεση Ματέι είχαν αποκαλυφθεί όλες οι ενέργειες που έγιναν για να του παράσχουν τα απαραίτητα ναρκωτικά. Μόνο που οι αστυνομικοί αντί για αμφεταμίνη του είχαν στείλει στεντόν με σκοπό να τον κοιμίσουν, εικάζοντας ότι η απασφαλισμένη χειροβομβίδα που κρατούσε ήταν ψεύτικη - μια λάθος εκτίμηση που τους οδήγησε και σε λάθος συμπεράσματα με μοιραία αποτελέσματα στο τέλος της επιχείρησης. Στο ίδιο ντοκιμαντέρ ο Σταμάτης Μαλέλης επισημαίνει ότι ο ρόλος του Ευαγγελάτου ήταν καίριος γιατί «παρατηρήσαμε ότι όταν μιλούσε μαζί του ο Ματέι ήταν λιγότερο επιθετικός».
Ηταν μάλιστα ο παρουσιαστής που έπεισε τον κακοποιό, απουσία ειδικού διαπραγματευτή, λέξη άγνωστη την εποχή εκείνη, να αφήσει ελεύθερη τη μητέρα της οικογένειας Σουλτάνα Γκινάκη (στην ταινία φαίνεται να αφήνει ελεύθερο έναν από τους άνδρες).
«Κάνε κάτι καλό και απόδειξε στον κόσμο ότι δεν είσαι μόνο ένας κακοποιός όπως όλοι νομίζουν», του είχε πει τότε ο Ευαγγελάτος, πείθοντας τον Ματέι να την αφήσει ελεύθερη. Η συμπεριφορά του Ελληνορουμάνου ωστόσο άλλαξε όταν συνειδητοποίησε πως αντί για αμφεταμίνες οι αστυνομικοί του είχαν φέρει στεντόν με σκοπό να τον κοιμίσουν.
Οταν το αντιλήφθηκε έγινε έξαλλος: «Ετσι όπως λειτουργείτε, μια λάμψη μόνο θα δείτε, τίποτα άλλο και ένα κουτάλι για να μας μαζεύετε. Θα τους τινάξω στον αέρα», έλεγε στον Ευαγγελάτο σε ζωντανή μετάδοση, τονίζοντάς του ότι δεν φοβάται καθόλου να πεθάνει αφού η ζωή τού είχε δώσει μόνο πίκρες. Η μάχη του δε με τις εξαρτήσεις δεν προμήνυε τίποτα θετικό.
«Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός να παρακολουθώ μαζί με όλη τη χώρα το πραγματικό γεγονός που με ενέπνευσε να γράψω αυτό το σενάριο ζωντανά στην τηλεόραση. Παρακολουθήσαμε συλλογικά μια συνταρακτική ιστορία που εξελισσόταν σε πραγματικό χρόνο, με τις λεπτομέρειές της να αναδύονται σταδιακά... μέχρι το τραγικό τέλος, το οποίο επίσης μεταδόθηκε ζωντανά. Την ίδια αίσθηση που είχαμε κι εμείς τότε θέλω να μεταφέρω στο κοινό», επισημαίνει αναφορικά με την αρχική εικόνα που γέννησε την ιδέα ο σκηνοθέτης Σέριφ Φράνσις, ο οποίος συνυπογράφει το σενάριο μαζί με την Κατερίνα Μπέη.
Γι’ αυτό και τονίζει ότι στον βαθμό που είναι μυθοπλασία η ιστορία της ταινίας ξεφεύγει αρκετά από τα πραγματικά περιστατικά, μια και αυτό που πάντα αναρωτιόμαστε είναι «τι κρύβεται πίσω απ’ όλα αυτά;».
Στον βαθμό που διαχωρίζεται από ένα ντοκιμαντέρ, η «Τελευταία κλήση» εστιάζει στους χαρακτήρες, σε αυτό που σκέφτονταν, στην παγίδευση όχι μόνο των ομήρων, αλλά και του ίδιου του Ματέι στον ίδιο του τον εαυτό.
«Αυτό έρχεται να προσθέσει η μυθοπλασία - και να προσθέσει σε χαρακτήρες και καταστάσεις δίνοντας νέα πρωτότυπη διάσταση», τονίζει ο σκηνοθέτης, για να επισημάνει πως ο τίτλος μόνο τυχαίος δεν είναι, αφού «η ταινία ξεκινά με το τηλεφώνημα και όχι με κάποιο προηγούμενο γεγονός.

Γιατί έτσι το ζήσαμε κι εμείς. Τα πώς και τα γιατί θα αποκαλυφθούν κατά τη διάρκεια της ταινίας. Η δράση ξετυλίγεται κυρίως σε δύο βασικούς χώρους: τον τηλεοπτικό σταθμό και το διαμέρισμα (εσωτερικά και εξωτερικά). Οι πρωταγωνιστές είναι παγιδευμένοι σε αυτούς τους δύο χώρους.
Οι όμηροι και ο Νικολάι είναι παγιδευμένοι στο διαμέρισμα, ο Αντώνης στη θέση του παρουσιαστή και ο ταξίαρχος Οικονόμου, ο επικεφαλής της αστυνομικής επιχείρησης, έξω από την πολυκατοικία όπου λαμβάνει χώρα η ομηρία. Τα συναισθήματα των χαρακτήρων ξεκινούν με σχετική ηρεμία, αλλά καθώς συνειδητοποιούν ότι ο χρόνος λιγοστεύει, η ένταση αυξάνεται. Ουσιαστικά, καθώς η ιστορία εξελίσσεται, περνούν από τα πέντε στάδια του πένθους χωρίς να το συνειδητοποιούν. Κάθε ατάκα, έκφραση ή κίνηση θα αντικατοπτρίζει το στάδιο στο οποίο βρίσκονται οι ήρωες σε κάθε σκηνή.
Οι ηθοποιοί είναι στο επίκεντρο, καθώς η ταινία βασίζεται κυρίως στην υποκριτική τους. Θα μπορούσα να περιγράψω την ταινία ως ένα αστυνομικό θρίλερ το οποίο εκτυλίσσεται σε πραγματικό χρόνο και στο οποίο παρακολουθούμε τις ταυτόχρονες ιστορίες των πρωταγωνιστών που, αν και δεν βρίσκονται ποτέ στο ίδιο δωμάτιο, προσπαθούν να επιτύχουν έναν κοινό στόχο. Αυτή η προσέγγιση είναι που καθορίζει τον ρυθμό της ταινίας, ο οποίος μοιάζει με αυτόν του παλμού της καρδιάς... Καθώς ο χρόνος τελειώνει, οι καρδιακοί παλμοί επιταχύνονται, μέχρι την έκρηξη της χειροβομβίδας, οπότε και σταματάνε. Θα ήθελα να μεταφέρω αυτή την αίσθηση στο κοινό από την αρχή έως το τέλος της ταινίας».
Ολα αυτά βέβαια συνέβησαν στην πραγματικότητα, σε πραγματικό χρόνο και σε ζωντανή μετάδοση, σε μια ιστορία που κράτησε το κοινό άγρυπνο μέχρι να κοπεί η μετάδοση, λίγο πριν εισβάλλει η Αστυνομία με την εσφαλμένη πεποίθηση ότι η χειροβομβίδα ήταν ψεύτικη.
Οι αστυνομικοί κατάφεραν αρχικά να απελευθερώσουν έναν από τους ομήρους κόβοντας τα κορδόνια που τον έδεναν με την αρραβωνιαστικιά του, αλλά δεν πρόλαβαν να απελευθερώσουν τη νεαρή Αμαλία Γκινάκη -στην ταινία την υποδύεται η Καλλιόπη Χάσκα, γνωστή από τις σειρές «Μάγισσα» και «Grand Hotel»-, η οποία θα έπεφτε νεκρή από τη χειροβομβίδα με την οποία την είχε παγιδέψει ο Ματέι.
Αμέσως μετά την έκρηξη ο κακοποιός μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και ο διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής έκρινε ότι δεν είναι απαραίτητη η νοσηλεία του και ότι πρέπει να μεταφερθεί στις Φυλακές Κορυδαλλού.
Επειτα από τρεις μέρες βρέθηκε νεκρός υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες στο κελί του, με τον ιατροδικαστή και τους γιατρούς, όπως ο γιατρός Υπηρεσίας, να αποφαίνονται ότι τα υπνωτικά που του είχαν χορηγηθεί ήταν «δόσεις για έναν ελέφαντα».

Ολα αυτά όμως είναι λεπτομέρειες που απασχολούν το αστυνομικό ρεπορτάζ και όχι την ταινία, που λαμβάνει υπόψη τα τεκταινόμενα, εστιάζοντας όμως στην αγωνία, στη δύναμη των χαρακτήρων και στην αλήθεια μιας περιπέτειας που μας στοιχειώνει ακόμα.
«Στόχος μου είναι η ταινία να τραβήξει την προσοχή του θεατή από την αρχή, να μην τον αφήσει να πάρει ανάσα και ταυτόχρονα να τον κάνει να ανυπομονεί για το πώς θα εξελιχθεί η ιστορία ακόμα κι αν γνωρίζει το πραγματικό γεγονός », καταλήγει ο σκηνοθέτης.
ΠΗΓΗ: protothema.gr
Ταυτοποιήθηκαν 43 μέλη της οργάνωσης
Συνελήφθησαν συνολικά πέντε μέλη της, ενώ για την υπόθεση κατηγορούνται ακόμη 20 άτομα
Τιμώντας τη μνήμη των εκτελεσθέντων την 1η Μαΐου 1944