Το ταξίδι για τους φιλάθλους του ΠΑΟΚ δεν είναι ποτέ απλώς μία εκδρομή. Δεν είναι χιλιόμετρα, σύνορα και διαδρομές. Είναι μία εσωτερική ανάγκη, σχεδόν αντανακλαστική. Είναι ιδιοσυγκρασία. Είναι ψυχή. Είναι οι ιστορίες που κουβαλάς χωρίς να το συνειδητοποιείς, βαθιά στο υποσυνείδητο, εκεί όπου κατοικούν οι μνήμες, οι φωνές και οι εικόνες μίας ζωής.
Την Τρίτη, γυρίσαμε σπίτι συγκλονισμένοι. Βουρκωμένοι. Με ένα σφίξιμο αξεπέραστο.
Πήραμε αγκαλιά τους δικούς μας ανθρώπους. Προσποιηθήκαμε μπροστά πως η μέρα κύλησε όπως όλες οι άλλες. Προσπαθήσαμε να κρατήσουμε την κανονικότητα όρθια, έστω για λίγο. Και μετά, όταν ησυχάσαμε, ξανά βυθιστήκαμε στη σκέψη των παιδιών που χάθηκαν.
Γιατί με αυτά τα παιδιά σίγουρα έχουμε συναντηθεί. Δεν χρειάζεται να ξέρεις όνομα για να νιώθεις ότι σε συνδέει κάτι με τον διπλανό σου. Σίγουρα έχουμε αγκαλιαστεί, έχουμε φωνάξει μαζί, έχουμε μοιραστεί τη χαρά και την απογοήτευση. Σίγουρα έχουμε χαιρετήσει ο ένας τον άλλον έξω από την Τούμπα, σε μία τυχαία διασταύρωση βλέμματος. Ενδεχομένως να είπαμε και καμιά κουβέντα για μία χαμένη ευκαιρία, για ένα δοκάρι, για ένα «δεν πειράζει».
Αυτός είναι ο άγραφος δεσμός των ανθρώπων που ακολουθούν την ομάδα τους. Δεν χρειάζεται εξηγήσεις. Δεν χρειάζεται βιογραφικό. Αρκεί να είσαι εκεί.
Και μετά, σε μια στιγμή, όλα χάνονται. Χωρίς προειδοποίηση. Χωρίς λογική. Αναρωτιέσαι γιατί συνέβη, όχι με θυμό, αλλά με εκείνο το βαθύ, υπαρξιακό «γιατί» που σε αφήνει μετέωρο. Τι έχει πραγματικά σημασία στη ζωή και τι όχι. Πόσα θεωρούμε δεδομένα. Πόσο τυχαία είναι τελικά η σειρά των πραγμάτων.
Αντιλαμβάνεσαι την τύχη που είχες. Πόσο λεπτή είναι η γραμμή. Πόσο εύθραυστα είναι όλα. Πόσο κοντά περνάμε καθημερινά από πράγματα που δεν θα μάθουμε ποτέ.
Και η ζωή θα συνεχιστεί. Όχι όπως πριν. Αλλά με ένα βάρος που θα μας ακολουθεί. Ένα βάρος μνήμης, σιωπής και σεβασμού.