Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσέ το στην Google- Newsroom
Η υπέρβαση του κανονικού ωραρίου εργασίας και η εργασιακή καταπόνηση εμφανίζονται ως σταθερά και εκτεταμένα φαινόμενα στην ελληνική αγορά εργασίας, σύμφωνα με το δεύτερο μέρος της μεγάλης πανελλαδικής έρευνας του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για τον ιδιωτικό τομέα. Η έρευνα αναδεικνύει ένα εργασιακό περιβάλλον όπου ο χρόνος εργασίας, η αμοιβή των υπερωριών και οι επιπτώσεις στην υγεία των εργαζομένων συνδέονται στενά, διαμορφώνοντας μια συνολική εικόνα έντονων πιέσεων στην καθημερινή εργασία.
Η μελέτη βασίστηκε σε δείγμα 6.000 εργαζομένων από όλη τη χώρα και πραγματοποιήθηκε με τηλεφωνικές συνεντεύξεις και στρωματοποιημένη τυχαία δειγματοληψία. Η συλλογή των δεδομένων έγινε από τις 3 Νοεμβρίου έως τις 9 Δεκεμβρίου 2025 από τις εταιρείες Alco, Metron Analysis και Prorata. Υπενθυμίζεται ότι στο πρώτο μέρος της έρευνας είχε ήδη καταγραφεί ένα εργασιακό τοπίο στο οποίο η επένδυση σε δεξιότητες και κατάρτιση δεν αποτυπώνεται στις θέσεις εργασίας, ενώ η πρόσβαση στη συνεχιζόμενη εκπαίδευση παραμένει περιορισμένη.
Στο νέο σκέλος της έρευνας, η υπέρβαση του ωραρίου εμφανίζεται ως συχνή εμπειρία για σημαντικό ποσοστό εργαζομένων, καθώς σχεδόν ένας στους τρεις, το 35,5%, δηλώνει ότι εργάζεται πέρα από το κανονικό του ωράριο. Από όσους εργάζονται επιπλέον ώρες, λίγο περισσότεροι από τους μισούς, το 54,7%, δηλώνουν ότι αμείβονται για αυτές, ενώ το 34,5% αναφέρει ότι δεν λαμβάνει καμία πληρωμή και το 8,9% ότι αντισταθμίζεται με άδεια ή ρεπό. Συνολικά, το 43,4% όσων εργάζονται υπερωριακά δεν λαμβάνουν άμεση χρηματική αμοιβή.
Η έρευνα δείχνει επίσης ότι η υπέρβαση του ωραρίου αυξάνεται όσο μεγαλώνει η επιχείρηση, καθώς καταγράφεται στο 32% των εργαζομένων σε επιχειρήσεις έως 9 ατόμων και φτάνει στο 45,4% σε επιχειρήσεις με πάνω από 250 εργαζόμενους. Ωστόσο, η πιο έντονη υπερωριακή επιβάρυνση, δηλαδή έξι και περισσότερες επιπλέον ώρες την εβδομάδα, εμφανίζεται κυρίως σε επιχειρήσεις μεσαίου μεγέθους, συγκεκριμένα στο 35,6% των εργαζομένων σε επιχειρήσεις 50–249 ατόμων και στο 35,5% σε επιχειρήσεις 10–49 ατόμων, δείχνοντας ότι το φαινόμενο διατρέχει συνολικά την επιχειρησιακή κλίμακα.
Σημαντικές διαφοροποιήσεις καταγράφονται και ως προς το φύλο, καθώς οι άνδρες δηλώνουν ότι αμείβονται για τις επιπλέον ώρες σε ποσοστό 58,8%, έναντι 48,9% των γυναικών. Αντίστοιχα, οι γυναίκες εμφανίζονται να μην αμείβονται για τις υπερωρίες σε ποσοστό 41,1%, έναντι 29,9% των ανδρών, γεγονός που αποτυπώνει έμφυλη διαφοροποίηση στην οικονομική αναγνώριση της πρόσθετης εργασίας.
Η μη άμεση χρηματική αποζημίωση παραμένει υψηλή σε όλα τα μεγέθη επιχειρήσεων, με ποσοστά 46,5% στις επιχειρήσεις 10–49 εργαζομένων, 45,3% στις μεγάλες επιχειρήσεις και 44,5% στις πολύ μικρές. Παράλληλα, όσο πιο συχνά οι εργαζόμενοι υπερβαίνουν το ωράριό τους, τόσο αυξάνεται και η πιθανότητα να μην πληρώνονται, με το ποσοστό να φτάνει στο 45,6% σε όσους εργάζονται πολύ συχνά πέρα από το ωράριο, έναντι 38% σε όσους το κάνουν συχνά, 33,5% σε όσους το κάνουν μερικές φορές και 31,8% σε όσους το κάνουν σπάνια.
Η έρευνα καταγράφει επίσης ισχυρή σύνδεση ανάμεσα στον χρόνο εργασίας και την εργασιακή καταπόνηση. Οι βασικότεροι παράγοντες επιβάρυνσης είναι η πίεση χρόνου ή ο μεγάλος φόρτος εργασίας, που αναφέρεται από το 60,1% των εργαζομένων, και η παρατεταμένη όρθια ή καθιστική στάση, με 58,8%. Ακολουθούν οι επαναλαμβανόμενες σωματικές κινήσεις με 31,3% και άλλες αιτίες εργασιακού άγχους με 22,2%.
Στους εργαζόμενους που απασχολούνται έντονα υπερωριακά, δηλαδή 11 και περισσότερες ώρες την εβδομάδα, η επιβάρυνση είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς το 86,2% δηλώνει πίεση χρόνου, το 80,8% παρατεταμένη στάση, το 56,3% εργασία και στον ελεύθερο χρόνο και σχεδόν οι μισοί, το 49,8%, επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Το εύρημα αυτό δείχνει ότι η υπερεργασία δεν αυξάνει μόνο τη διάρκεια της εργασίας, αλλά και την ένταση και την ποιότητά της.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η σύνδεση της μη αμειβόμενης υπερωριακής εργασίας με την ψυχοκοινωνική επιβάρυνση, καθώς οι εργαζόμενοι που δεν πληρώνονται για τις επιπλέον ώρες εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά εργασίας στον ελεύθερο χρόνο, με 38,4% έναντι 18% όσων αμείβονται, αυξημένο εργασιακό άγχος με 34,3% έναντι 22,1%, περιορισμένη επικοινωνία ή συνεργασία με 25% έναντι 15,5%, αλλά και εμπειρίες σωματικής ή λεκτικής βίας με 17,6% έναντι 9,4%.
Στο επίπεδο της υγείας, το άγχος αναδεικνύεται στο συχνότερο πρόβλημα που οι εργαζόμενοι συνδέουν με την εργασία τους, με ποσοστό 42,1%, ενώ ακολουθούν οι πόνοι σε οστά, αρθρώσεις ή μύες με 29,4%, οι πονοκέφαλοι ή η κόπωση ματιών με 28,9% και η συνολική κόπωση με 27,3%. Οι εργαζόμενοι σε μεγάλες επιχειρήσεις εμφανίζουν ακόμη υψηλότερες επιβαρύνσεις, με το άγχος να φτάνει το 46,5%, τους πόνους το 35,9%, τους πονοκεφάλους το 39,1% και τη συνολική κόπωση το 33%.
Παράλληλα, όσοι σκέφτονται συχνά να αλλάξουν εργασία εμφανίζουν σαφώς χειρότερους δείκτες υγείας, με το άγχος να αγγίζει το 63,3%, έναντι 36,2% όσων δεν το σκέφτονται ποτέ, ενώ υψηλότερα είναι και τα ποσοστά στους πόνους, τους πονοκεφάλους και τη συνολική κόπωση.
Η επιβάρυνση αυξάνεται ακόμη περισσότερο όσο μεγαλώνει ο αριθμός των υπερωριών, καθώς στους εργαζόμενους με 11 και πάνω επιπλέον ώρες την εβδομάδα οι πόνοι φτάνουν το 48,8%, το άγχος το 57% και η κόπωση το 45,3%. Αντίστοιχα, όσοι δεν αμείβονται για τις υπερωρίες εμφανίζουν επίσης υψηλότερα ποσοστά άγχους, πονοκεφάλων και κόπωσης σε σχέση με όσους πληρώνονται.
Συνολικά, η έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ καταλήγει ότι η ποιότητα της εργασίας δεν μπορεί να αποτιμηθεί μόνο με βάση την ύπαρξη απασχόλησης ή το ύψος των αποδοχών. Ο χρόνος εργασίας, η υπερεργασία χωρίς αντίστοιχη αμοιβή, η ένταση της πίεσης και οι επιπτώσεις στην υγεία συνθέτουν ένα ενιαίο πεδίο που αναδεικνύει βαθύτερα διαρθρωτικά προβλήματα στην οργάνωση της εργασίας και στη συνολική προστασία των εργαζομένων.
Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσέ το στην Google